Συνέντευξη του Ευρωβουλευτή καθηγητή Ιωάννη Κουκιάδη για την εφημερίδα «Εξπρές»

30 Ιουλίου 2000

Τίτλος συνέντευξης: « Η Ευρωπαϊκή στρατηγική για τη Μεσόγειο»

Α. Πως εκτιμάτε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Φέιρα σχετικά με την εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής  στρατηγικής για τη Μεσόγειο 

Η απόφαση αυτή επαναβεβαιώνει  τον στρατηγικό στόχο που είχε καθοριστεί με τη διαδικασία της Βαρκελώνης. Ο στόχος είναι η σταδιακή προσέγγιση των χωρών της Νότιας μεσογείου από τις χώρες του Μαγκρέμπ μέχρι τη Μέση Ανατολή στον ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτιστικό χώρο με σταδιακή επεξεργασία  εταιρικής  σχέσης  με τις χώρες αυτές .Η εκπλήρωση του στόχου αυτού αποτελεί ζωτικής σημασίας θέμα για το μέλλον της ΕΕ .Η σύνοδος της Φειρα  ως προς το σημείο αυτό δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο. Μεγάλη πολιτική σημασία βρίσκεται στο γεγονός  ότι επαναβεβαιώνει αυτήν την πολιτική και προσπαθεί να την ενεργοποιήσει περισσότερο ενόψει του γεγονότος ότι η μέχρι σήμερα υλοποίηση αυτής της στρατηγικής μπορεί να μην απέτυχε , είχε όμως ατονήσει , υποβαθμιστεί ή είχε βρεθεί μπροστά σοβαρά  ανασχετικά στοιχεία. Είχα συμμετάσχει προσωπικά στη διαδικασία της Βαρκελώνης ως εκπρόσωπος της ελληνικής ΟΚΕ και γνώρισα από κοντά το μέγεθος ς ου εγχειρήματος για την υλοποίηση του  οποίου  δεν  ήταν έτοιμες ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι κοινωνίες. Άλλο το θέμα ότι όλοι αναγνώριζαν την ανάγκη για δράση προς την κατεύθυνση αυτή.

Β Η στρατηγική καλύπτει όλες τις χώρες της Μεσογείου  με τη διευκρίνιση ότι για τα μεν δυτικά Βαλκάνια υπάρχει ειδικότερη πολιτική , για τη Δε Κύπρο και Μάλτα που προχωρούν προς την ένταξη τα αντίστοιχα προγράμματα ευρωπαϊκής ενίσχυσης  ατονούν.

Η βασική σύλληψη της Ευρωμεσογειακής στρατηγικής είναι η δημιουργία εταιρικής σχέσης  με τα επιμέρους κράτη με ενεργό υποστήριξη και των δύο πλευρών. Πως υλοποιείται αυτή;  όχι με τη λήψη γενικών αποφάσεων εκ των άνω αλλά με την ενεργοποίηση κατά τομείς και κλάδους κοινωνικών φορέων , ΜΚΟ και της κοινωνίας εν γένει για κοινά προγράμματα στην οικονομία, στην παιδεία, στον πολιτισμό , στα κοινωνικά θέματα όπως ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, στη συνεργασία για την ασφάλεια της περιοχής καθώς και στην καθιέρωση κοινού χώρου ειρήνης.

Το δύσκολο σημείο βρίσκεται στο πως θα ξεπεραστούν οι αναχρονιστικές οικονομικές δομές των χωρών αυτών και το πώς θα αμβλυνθούν ορισμένες πολιτιστικές διαφοροποιήσεις που δεν επιτρέπουν  τη διαμόρφωση ενιαίου εταιρικού πνεύματος όπως οι διαφορετικές αντιλήψεις για την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον ρόλο των γυναικών στην  κοινωνία..

  Στο  καθαρά οικονομικό χώρο επιδιώκεται η σταδιακή απελευθέρωση του εμπορίου σε όλους τους τομείς  τόσο μεταξύ των χωρών αυτών όσο και σε σχέση με την ΕΕ καθώς και δημιουργία αγοράς  με κοινωνικό χαρακτήρα .Τελικός στόχος είναι η δημιουργία μιας ευρείας αγοράς που φέρνει νέες αναταράξεις στις ήδη δύσκολα διαμορφωμένες ισορροπίες στην ΕΕ φανταστείτε το πρόβλημα που δημιουργείται στην γεωργική πολιτική με την απελευθέρωση των προϊόντων των χωρών αυτών ή στην πολιτική για τη μετακίνηση των εργαζομένων.

  Από την άλλη πλευρά θα επιφέρει μια σταδιακή προσέγγιση  με την Ευρώπη με την εξαγωγή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, την ευθυγράμμιση των πολιτικών πάνω σε βασικές αρχές λειτουργίας της κοινωνίας. Όλοι προσδοκούν  τι ο χώρος αυτός θα γίνει ελκυστικότερος για τους επενδυτές.

   Οι χρηματοδοτήσεις όπως αυτές μέσω του προγράμματος MEDA και της ΕΤΕΠ  και ακόμη του προγράμματος Interreg και άλλων συναφών αποτελούν βασικά εργαλεία  για την επίτευξη των στόχων αυτών.  η σύνοδος της Φέιρα αποφάσισε την μεγιστοποίηση των επιπτώσεων από τις χρηματοδοτικές συνεργασίες για τι μέχρι σήμερα οι επιδόσεις δεν ήταν οι αναμενόμενες .Αν πρέπει  να περάσει κάτι πρακτικό από ατό το νέο ξεκίνημα αυτό πρέπει να προσδιοριστεί στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού και για τη χώρα μας των προτεραιοτήτων για την εξωτερική πολιτική για τη Μεσόγειο , για τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων προκειμένου να συμμετάσχουν πιο ενεργά στα αντίστοιχα προγράμματα. Είναι κρίμα που μέχρι σήμερα οι επιχειρήσεις, τα Πανεπιστήμια ακόμη και η εκκλησία δεν εκμεταλλεύτηκαν τις δυνατότητες συνεργασίας που ανοίγονται στα πλαίσια της Ευρωμεσογειακής  στρατηγικής.

Γ. Η Κύπρος και η Μάλτα  εντάσσονται στην ευρωπαϊκοί εταιρική σχέση  για τη Μεσόγειο και τα αντίστοιχα προγράμματα αλλά η περίπτωση τους είναι διαφορετική από αυτή των άλλων χωρών. Ούτε οικονομικά ούτε πολιτιστικά  έχουν ανά αντιμετωπίσουν την ίδια τάξη προβλημάτων . Άλλωστε και για τι δύο υπάρχει η προοπτική της ένταξης. Η αντίστοιχη διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει και για την Κύπρο ήδη αυτό οδηγεί σε αποδέσμευση από το πρόγραμμα MEDA . Νομίζω ότι και οι δύο αυτές χώρες  θα έχουν ολοκληρώσει μέχρι το 2010 την πλήρη ένταξη τους στην ΕΕ

Δ Η Ευρωμεσογειακή στρατηγική δεν αποκλείει καμία χώρα από την ευρύτερη περιοχή της Νοτίου Μεσογείου. Ο μέχρι σήμερα αποκλεισμός της Λιβύης είναι περισσότερο ένας αυτοαποκλεισμός γιατί η ευρωπαϊκή στρατηγική προϋποθέτει αναγνώριση από κάθε κράτος μέλος των αρχών της εταιρικής σχέσης  όπως στα θέματα ασφάλειας, προώθησης τακτικών διαβουλεύσεων , ανταλλαγής πληροφοριών και συνεργασίας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας ή για τα εσωτερικά θέματα , βούληση για τη δημιουργία δημοκρατικών θεσμών  και προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Λιβύη δεν ήταν έτοιμη να εμπλακεί σε τέτοιες διαδικασίες. Ήδη όμως με την απόφαση της Φέιρα αναφέρεται ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θεσπίζει την παρούσα στρατηγική η οποία καλύπτει όλες τα σχέσεις της  ΕΕ με το σύνολο των εταίρων της στη διαδικασία της Βαρκελώνης καθώς και με τη Λιβύη. (παράρτημα

Βαλκάνια και Μεσόγειος

Α.Το σύμφωνο σταθερότητας για τα Βαλκάνια  έχει άλλη αφετηρία και άλλους στόχους. Δημιουργήθηκε μετά τις εμπειρίες από τις θλιβερές συγκρούσεις και περιλαμβάνει κατάλογο μέτρων που έχουν συγκεκριμενοποιηθεί σε απόφαση που ελήφθη στη Θεσσαλονίκη που επιδιώκει την αποκατάσταση τη ειρήνης και ανοικοδόμηση. Τα μέτρα που προβλέπονται είναι άλλη υφή και έχουν άλλες πηγές χρηματοδότησης. Άλλωστε τελικός στόχος της πολιτικής αυτής είναι η ενσωμάτωση τους στην οικονομική και πολιτική πορεία της Ευρώπης .Όλες οι οικείες χώρες όπως αναφέρεται στην απόφαση είναι εν δυνάμει  μέλη της ΕΕ .

Βέβαια και για τις μεσογειακές χώρες η βάση της συνεργασίας είναι η δημιουργία εταιρικής σχέσης , η όλη όμως διαδικασία για τα μέσα είναι χωριστά. προωθούνται κατά βάση διμερείς συμφωνίες με τις χώρες , προβλέπεται ένας ευρωμεσογειακός χάρτης ειρήνης και σταθερότητας  επεξεργασμένος με βάση τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και στην πρώτη φάση ενισχύονται υποπεριφερειακές σχέσεις συνεργασίας.

Β-Γ. Η κατανομή ρόλων  δεν γίνεται με πρωτόκολλα αλά προκύπτει από επιμέρους πρωτοβουλίες. Για τις χώρες του Μαγκρέμπ  δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον η Ισπανία και η Γαλλία  ενώ για τις χώρες των Βαλκανίων τα ενδιαφέροντα της Ελλάδος  έχουν μείζονα προτεραιότητα. Όποιος παρακολουθεί  τις διάφορες συνεργασίες που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα  βλέπει μια αντίστοιχη αποτύπωση των διαφοροποιήσεων αυτών .

Για την Ανατολική Μεσόγειο τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά  γιατί παραδοσιακά η Ελλάδα  είχε στον χώρο αυτό πιο εκτεταμένες συνεργασίες συνεπώς υπάρχουν για τον χώρο αυτό μεγαλύτερες δυνατότητες για πρωτοβουλίες. Ένα είναι βέβαιο ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η ανάπτυξη πρωτοβουλιών στην Μεσόγειο και στα Βαλκάνια εφόσον γίνει με συνέπεια  και  να κατανοήσει τη σημασία τους η κοινωνία  περιλαμβανομένου και του  κεφαλαίου της εκκλησίας, δημιουργούνται  πρωτόγνωρες προοπτικές  για νέου είδους σχέσεις στον οικονομικό και πολιτιστικό τομέα  Η Ελλάδα μπορεί να επανακάμψει στον χώρο αυτό και να επανεύρει τις μεγάλες στιγμές στην ιστορία της .

Δ. Η Ευρωμεσογειακή συνεργασία έχει στόχο την εταιρική προσέγγιση με την ανάπτυξη ενός ελευθέρου χώρου συνεργασίας και την προσέγγιση θεσμών και αντιλήψεων χωρίς όμως να εμπεριέχει την ένταξη των χωρών αυτών στην ΕΕ .Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά σε σχέση με την Ευρωπαϊκή στρατηγική για την εταιρική σχέση με τις Βαλκανικές χώρες .

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Ευρωμεσογειακές σχέσεις

Α Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  έχει σημαντική επιρροή στην εξέλιξη της ευρωμεσογειακής στρατηγικής αν και ο ρόλος του είναι συμβουλευτικός. Με τον αυξημένο πολιτικό ρόλο που έχει αποκτήσει μετά την ενδυνάμωση του ελεγκτικού του ρόλου για την ευρωπαϊκή Επιτροπή οι αποφάσεις του για τα θέματα προώθησης διμερών συμφωνιών με τις διάφορες χώρες της ΕΕ , επηρεάζουν όλο και περισσότερο της αποφάσεις της Επιτροπής. Το μέχρι σήμερα έργο του είναι πλούσιο όπως δείχνει ο μεγάλος αριθμός των ψηφισμάτων καθώς και ο σχετικά μεγάλος χρόνος που αναλώνει για τη συζήτηση των αντίστοιχων θεμάτων. Η ευρωμεσογειακή εταιρική σχέση αποτελεί ένα από τα αγαπημένα θέματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Β. Το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερο πρακτικό ενδιαφέρον . Θα έλεγα ότι η ουσία του προβλήματος βρίσκεται  στο το πρέπει να κάνουν , στο να αποκτήσουν μείζονα ενδιαφέρον προς την κατεύθυνση αυτή οι διάφορες ΜΚΟ και οι επιχειρήσεις βέβαια γιατί όπως γνωρίζουμε η ευρωμεσογειακή στρατηγική υλοποιείται με αποκεντρωμένο κοινωνικά τρόπο. Ήδη είχε το 1997  διοργανωθεί στο παρελθόν από την ελληνική ΟΚΕ  σε συνεργασία με την ελληνική γραμματεία  ΔΟΣ του ΥΠΕΘΟ ημερίδα με θέμα: «Ευρωμεσογειακή συνεργασία και προγράμματα  MEDA». Η ημερίδα αυτή έδειξε ότι μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας ήταν ακόμη ανέτοιμη να αφομοιώσει τους στόχους της Ευρωμεσογειακής συνεργασίας και να αναλάβει δράσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Απ’ ότι γνωρίζω η μέχρι σήμερα εξέλιξη των πραγμάτων δεν είναι αρκετά ενθαρρυντική. Νομίζω ότι λείπει μια συντονισμένη καθοδήγηση από τα άνω , μια συστηματική παρότρυνση και διευκόλυνση από τα διάφορα υπουργεία προκειμένου οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες να ενταχθούν στις προτεραιότητες των κοινωνικών φορέων. Αυτή η δυσκολία στη  μεταστροφή αντιλήψεων σε νέες προτεραιότητες αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στην ανάπτυξη αντίστοιχων στρατηγικών πράγμα το οποίο ουσιαστικά αποδέχεται
και η Σύνοδος της Φέιρα.

                                                                  

ΠΙΣΩ

 

  Άρθρο του Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ, καθηγητή Ιωάννη Κουκιάδη για την εφημερίδα «Βραδινή».

Τίτλος άρθρου : «Οι εργασιακές σχέσεις σε κρίσιμη φάση» 

Θεσσαλονίκη 31 /08/2000

    Η ετήσια έκθεση  του ΙΝΕ / ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ  με θέμα την πορεία  της ελληνικής οικονομίας: συμπεράσματα- προοπτικές» για την οποία έγινε εκτεταμένη συζήτηση στη Θεσσαλονίκη την Πέμπτη 31 Αυγούστου, παρουσιάστηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή καθώς  συμπίπτει  με την τύχη του διαλόγου που θέλησε να ανοίξει η κυβέρνηση. 

   Ωστόσο, η συμβολική της σημασία είναι ακόμη μεγαλύτερη γιατί αναγνωρίζει τις αλλαγές που επέρχονται στην ελληνική οικονομία και πρακτικά ανοίγει το δρόμο  για έναν διαρκή διάλογο που θα έχει ως απώτερο στόχο την διαχείριση των αλλαγών .Οι τεκμηριωμένες θέσεις που περιέχει, εκφράζουν βέβαια θέσεις της ΓΣΕΕ και  αποτελούν πλατφόρμα για διάλογο διότι δεν χαρακτηρίζονται ούτε από συνθηματολογία ούτε από άκριτες επιδιώξεις. Εναπομένει να κατατεθούν αντίστοιχες θέσεις από την εργοδοτική πλευρά και βέβαια να παρουσιαστεί μια ολοκληρωμένη πολιτική από την κυβέρνηση για τις αναγκαίες  πρωτοβουλίες  και για τους στόχους .

  Έτσι μπορεί να αρχίσει ένας διάλογος  που θα είναι διαρκής και δεν θα κλείσει με  τις οποιεσδήποτε αποφάσεις στην πρώτη φάση. Κάθε διαδοχική φάση θα έχει μια συνέχεια με την προηγούμενη και θα στηρίζεται στην επαλήθευση  των στόχων που έχουν τεθεί, με συμφωνημένους δείκτες αξιολόγησης και με σφαιρική αντιμετώπιση  των σύνθετων προβλημάτων οικονομίας και προστασίας της εργασίας. Με αυτήν την προοπτική, η μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, όπου αυτή είναι αναγκαία, αποτελεί ένα μέρος ενός συνολικού προβλήματος  και όχι το κύριο πρόβλημα.

   Σε κάθε περίπτωση μεταρρύθμιση δεν σημαίνει αφαίρεση δικαιωμάτων αλλά μπορεί να συνδυαστεί με επαναπροσδιορισμό όρων ασκήσεως δικαιωμάτων που περιέχει λειτουργική σύνδεση των δικαιωμάτων με τις απαιτήσεις της νέας οικονομίας και προστασία ευλόγων συμφερόντων των εργαζομένων τόσο στο πεδίο  του επαγγελματικού όσο και του ιδιωτικού βίου. Μόνο με μια τέτοια αντίληψη διαλόγου μπορεί να έχουμε έναν βιώσιμο διάλογο και λύσεις για τα κρίσιμα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας  με τη συναίνεση ή τουλάχιστον την ανοχή όλων των εταίρων. 

                     

   Πράγματι το κρισιμότερο σημείο  για την επιτυχία στη διαχείριση των αλλαγών είναι η κατανόηση από κάθε πλευρά για την ανάγκη ριζικής αλλαγής των στάσεων και αντιλήψεων που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν για τη ρύθμιση σχέσεων εργασίας- κεφαλαίου. Αυτό δεν αποτελεί ένα θεωρητικό κατασκεύασμα αλλά ένα συμπέρασμα  από τις μέχρι σήμερα εμπειρίες  στις διάφορες χώρες της ΕΕ. Το βασικότερο στοιχείο στις νέες αυτές αντιλήψεις είναι ότι η επιτυχία των στόχων της επιχείρησης , συνιστά πλέον κοινό στόχο  που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς αποκατάσταση αρμονικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης εργοδοτών και εργαζομένων.

   Με αυτά τα δεδομένα η επιτυχία του διαλόγου πρέπει να είναι κοινό αίτημα όλης της ελληνικής κοινωνίας και δεν πρέπει να υπονομεύεται από περιστασιακούς  υπολογισμούς  για την επιτυχία ή αποτυχία της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης.

  ΠΙΣΩ

 

Άρθρο του ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ Ι. Κουκιάδη για την εφημερίδα "Αγγελιοφόρος της Κυριακής" : "Οι προβληματισμοί για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις"

10 Σεπτεμβρίου 2000

Η πρόταση για διάλογο για τα εργασιακά θέματα, παρά τα αδιέξοδα που φέρεται να έχει στη φάση αυτή, επικαιροποίησε ίσως το πιο καυτό θέμα της ελληνικής κοινωνίας και των σύγχρονων κοινωνιών, που είναι η αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων. Όχι ότι και στο παρελθόν ήμασταν ανυποψίαστοι για αυτές αλλά όπως συνήθως συμβαίνει αναβάλαμε τα δύσκολα για το μέλλον.

 Ο εκσυγχρονισμός στο σύστημα των εργασιακών σχέσεων τρομάζει, όπως άλλωστε τρομάζει και κάθε αλλαγή σε κατεστημένες καταστάσεις, αλλά εδώ έχει και ένα πρόσθετο λόγο να δημιουργεί ανησυχίες γιατί ταυτίστηκε με τις αρνητικές προσεγγίσεις που ο νεοφιλελευθερισμός επαγγελόταν για το κοινωνικό κράτος. Όμως μετά από μια πρώτη περίοδο που αιφνιδίασε τους πάντες, γιατί μας βρήκε απροετοίμαστους, έχει κυλήσει αρκετό νερό στο ποτάμι. Την πρωτοβουλία για τις μεταρρυθμίσεις στις περισσότερες χώρες της ΕΕ αλλά και στην ίδια την ΕΕ την πήραν οι προοδευτικές δυνάμεις. Μπορεί βέβαια να κατηγορήθηκαν και αυτές για νεοφιλελεύθερες αποκλίσεις, παραμένει όμως γεγονός ότι κατόρθωσαν σιγά-σιγά να δημιουργήσουν ένα μέτωπο για εναλλακτικές λύσεις. Απεδέχθησαν την πρόκληση των αλλαγών και διατήρησαν έτσι την πρωτοβουλία στη διαχείριση τους αλλά τη συνέδεσαν με τη μεγάλη κληρονομιά του κοινωνικού κράτους.

 Yπάρχουν πολλά παραδείγματα προς την κατεύθυνση αυτή. Περιορίζομαι να αναφερθώ στη νέα κοινωνική ατζέντα της ΕΕ που θέτει και σαφείς κοινωνικούς στόχους στις μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η βελτίωση της ποιότητας της ζωής, ένα βελτιωμένο ποσοτικά και ποιοτικά επίπεδο απασχόλησης και όρων εργασίας, η μάχη κατά του αποκλεισμού και κατά των διακρίσεων. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν αλλάξει η διαχείριση του χρόνου, για να φέρουμε ένα παράδειγμα από αυτά που όξυναν την αντιπαράθεση στην Ελλάδα, αλλά το αν η νέα διαχείριση συνεκτιμά τα συμφέροντα εργασίας και διευθετείται και με κοινωνικές αξιολογήσεις.

 Τα συνδικάτα έχουν δύο επιλογές: ή να αφήσουν ανοικτό το δρόμο σε αυτούς που προτάσσουν τα επιτεύγματα του νεοφιλελευθερισμού, που έχουν αρκετή δύναμη και ασκούν ασφυκτική πίεση ενόψει των επιτυχιών του αμερικανικού μοντέλου, ή να αποδεχθούν τις νέες προκλήσεις και να ζητήσουν τους νέους όρους εργασίας που κάνουν το σύστημα βιώσιμο και ανταγωνιστικό. Υπάρχει και μια τρίτη επιλογή. Αυτή που περιορίζεται στην υπεράσπιση του παραδοσιακού κοινωνικού κράτους, που φαίνεται για ορισμένους πιο φιλική για την εργασία, αλλά όμως μακροχρονίως είναι καταδικασμένη να το παραδώσει άνευ όρων στη φιλελεύθερη ηγεμονία. Οι θιασώτες αυτής της πολιτικής άθελα τους γίνονται και οι καλύτεροι υπερασπιστές του φιλελεύθερου μοντέλου.

  Από τη στιγμή λοιπόν που στόχος του διαλόγου είναι η διαχείριση των αλλαγών και οι αλλαγές αυτές έχουν ενσωματωμένους και κοινωνικούς στόχους, η συμμετοχή σε αυτές των συνδικάτων δεν θα έπρεπε να τρομάζει αλλά αντίθετα να θεωρηθεί για αυτά αναφαίρετο δικαίωμα. Ο σύγχρονος συνδικαλισμός διαφέρει από τον παραδοσιακό συνδικαλισμό των καθαρών διεκδικήσεων στο ότι έχει αναλάβει και ρόλο διαχείρισης των αλλαγών που έχει τους δικούς του κανόνες λειτουργίας. Αυτός διαπραγματεύεται την κατανομή ευθυνών και την ανάληψη υποχρεώσεων. Για τους παραδοσιακούς συνδικαλιστές κάτι τέτοιο είναι επώδυνο,  αλλά από τις μέχρι σήμερα τις εμπειρίες που έχουμε για τις αντίστοιχες εξελίξεις στις διάφορες χώρες της ΕΕ, στις οποίες περιλαμβάνω και τις χώρες του βορρά που έχουν τα πιο προχωρημένα συστήματα προστασίας, ο απολογισμός για τους εργαζομένους δεν φαίνεται αρνητικός. Πάντως ένα είναι βέβαιο ότι η ακινησία σε καμία χώρα δεν προκρίθηκε ως λύση για τη διαφύλαξη των αρχών του κοινωνικού κράτους. Στη δε Γαλλία, που φέρεται η χώρα με τις πιο θετικές για την εργασία αλλαγές, ακολουθήθηκε η ίδια τακτική. Υπενθυμίζω ότι το 35άωρο δεν καθιερώθηκε ως μια απλή μείωση του χρόνου εργασίας αλλά συνδέθηκε με τον υπολογισμό του χρόνου σε ετήσια βάση και με άλλους όρους. Προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται να κινούνται και οι νέες προτάσεις του Υπουργείου Εργασίας που είναι σύνθετες και που ανεξάρτητα από το πόσο ικανοποιούν ή όχι τη συνδικαλιστική πλευρά προσφέρονται τουλάχιστο για συζήτηση, η οποία βέβαια δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε αυτό το θέμα αλλά πρέπει να αποτελέσει αφορμή για χαρτογράφηση της πραγματικής κατάστασης του συστήματος των εργασιακών σχέσεων στην Ελλάδα.

  ΠΙΣΩ

                                                  
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΕΡΔΟΣ
17 Σεπτεμβρίου 2000

Το νέο πρότυπο εργασίας και ασφάλισης

Ερώτηση: Ο συντονισμός των πολιτικών των κρατών μελών στο πλαίσιο μιας πανευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση εκτιμάται ότι θα αποφέρει καρπούς;

Απάντηση: Ο συντονισμός των πολιτικών της ΕΕ αποτελεί υποκατάστατο μέτρο της αδυναμίας για ευθεία επιβολή νομικών δεσμεύσεων στο θέμα αυτό. Παρά την έλλειψη νομικής δέσμευσης η αποτελεσματικότητα του είναι αναμφισβήτητη γιατί στηρίζεται σε πολιτικές λύσεις για ένα θέμα που είναι κατεξοχήν πολιτικό.

Εξάλλου η πολιτική συντονισμού περικλείει μια σειρά από πρωτοβουλίες και δράσεις με περιγραφή συγκεκριμένων μεθόδων δράσης και αποσαφήνιση στόχων που κάθε κράτος έχει μείζον συμφέρον να τα ακολουθήσει για να έχει θετικά αποτελέσματα. H ανοιχτή μέθοδος σύγκρισης που εμπεριέχεται σε αυτόν τον συντονισμό, η πρόβλεψη κοινών δεικτών παρακολούθησης των εξελίξεων στην απασχόληση και τρόπων απολογισμού της επιτυχίας των μέτρων, η ανταλλαγή εμπειριών που ενθαρρύνεται και η παρότρυνση υιοθέτησης από κάθε κράτος των επιτυχών λύσεων που δόθηκαν σε ένα άλλο κράτος, αποτελούν  καινοτόμες προσεγγίσεις που αναμφίβολα δίνουν νέα προοπτική στη μάχη κατά της ανεργίας. Το αδύνατο σημείο για ορισμένα κράτη, όπως το δικό μας, είναι να αφομοιώσουν τις νέες αντιλήψεις που εμπεριέχονται σε αυτές τις δράσεις, θέμα στο οποίο πρέπει να επικεντρώσει το ενδιαφέρον η εθνική μας πολιτική.

Ερώτηση: Το όραμα που διαμορφώθηκε στη Λισαβόνα για την πλήρη απασχόληση και την ποιοτική εργασία για όλουε στο πλαίσιο της νέας οικονομίας κρίνετε ότι είναι εφικτό;

Απάντηση: Μετά από τόσα χρόνια κλυδωνισμών  για την χρησιμότητα παραδοσιακών προστατευτικών κανόνων και αμφισβήτησης οραμάτων για την κοινωνική ολοκλήρωση ξανανοίγει ο λόγος για κοινωνικά οράματα. Αυτό δείχνει ότι η ΕΕ ξαναβρίσκει τον εαυτό της και ότι είναι διατεθειμένη να ακολουθήσει το δικό της πλέον δρόμο στην νέα οικονομία. Στην νέα αυτή προσέγγιση οι επερχόμενες αλλαγές θεωρούνται αναπόφευκτες και πρόκληση για μια βιώσιμη οικονομία, χωρίς όμως να εγκαταλείπεται η συλλογική ευθύνη για τη διαχείριση των κοινωνικών πραγμάτων και να περιθωριοποιούνται οι αξίες των αρχών του κοινωνικού κράτους. Αυτό περιέχει σημαντικό πολιτικό μήνυμα. Η Λισσαβόνα υιοθετεί τη συμφιλίωση της νέας οικονομίας και του κοινωνικού κράτους, της ελαστικότητας της εργασίας με την προστασία της και της ποιότητας στην απασχόληση με την ποσοτική μείωση της ανεργίας. Κανένας από τους στόχους αυτούς δεν είναι έξω από τα μέτρα της ΕΕ. Η βούληση για την επιτυχία τους αποτελεί το μεγάλο πολιτικό στοίχημα για τα προσεχή έτη.

Ερώτηση: Ο διάλογος που ξεκίνησε πρόσφατα μεταξύ Κυβέρνησης, εργαζομένων και εργοδοτών για την ανεργία ναυαγεί. Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η αγορά εργασίας στη χώρα μας στο μέλλον; κρίνετε τις συνθήκες ώριμες για τομές;

Απάντηση: Η επανεργοποίηση του διαλόγου ήταν αναγκαία. Άλλωστε αυτή εμπίπτει στην ευρύτερη πολιτική διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών, τον οποίον η ΕΕ θεωρεί δομικό πλέον στοιχείο της νέας οικονομίας. Στη λογική αυτή η παραδοσιακή κάθετη αντιπαράθεση κεφαλαίου και εργασίας υποκαθίσταται από οριζόντιες σύνθετες σχέσεις που αλλάζουν την υφή και τους στόχους της αντιπαράθεσης. Έτσι, παράλληλα με τον συνδικαλισμό της διεκδίκησης, που ήταν η κύρια μορφή συνδικαλισμού μέχρι πρότινος, παίρνει όλο και περισσότερο αυξημένη σημασία ο συνδικαλισμός της διαχείρισης των αλλαγών. Ο ρόλος της κάθε πλευράς παραμένει αναμφισβήτητα η προώθηση και η υπεράσπιση των συμφερόντων της, παράλληλα όμως οι διάφορες πλευρές συνδέονται με κοινούς στόχους.

Ο τρόπος με τον οποίον προβλήθηκε πρόσφατα η αναγκαιότητα του διαλόγου από ορισμένα κυβερνητικά στελέχη δεν ήταν ο καλύτερος δυνατός και εύλογα προκάλεσε αντιδράσεις. Ο εκσυγχρονισμός της οικονομίας δεν μπορεί να επικεντρώνεται στη μεταρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Ο εκσυγχρονισμός περνάει μέσα από την υιοθέτηση της αντίληψης κοινών ευθυνών και ανάληψη συγκεκριμένων υποχρεώσεων με μετρήσιμα αποτελέσματα. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να προσέρχονται στο διάλογο για να υπογράφουν ληξιαρχικές πράξεις κατάργησης των δικαιωμάτων τους. Ο διάλογος έχει νόημα αν προτείνονται νέες εναλλακτικές λύσεις, βιώσιμες, που εξυπηρετούν αμφίδρομα τα εύλογα συμφέροντα των μερών, και αν γίνεται διαπραγμάτευση εγγυήσεων και δεν περιορίζεται απλώς σε προτάσεις θυσιών. Άλλο μεταρρύθμιση εργασιακών σχέσεων και άλλο περιορισμός του κοινωνικού κράτους. Οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να επιβληθούν κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, αλλά σε σχέση με συγκεκριμένα μετρήσιμα προβλήματα, πρέπει να είναι ανάλογες με το μέγεθος των προβλημάτων και σε αντιστοιχία με την αναλογούσα συμβολή του καθενός. Άλλοτε μπορεί να είναι προσωρινές, άλλοτε να αφορούν συγκεκριμένους κλάδους. Σε κάθε περίπτωση, οι εργασιακές σχέσεις αποτελούν ένα μέρος του προβλήματος της νέας οικονομίας και όχι το όλο πρόβλημα. Για να γίνουν αποδεκτές οι μεταρρυθμίσεις πρέπει όλες οι πλευρές να προσφέρονται για αλλαγή νοοτροπιών και πρακτικών. Και πρώτα από όλα το ίδιο το κράτος πρέπει να δείξει την ικανότητα του για την δική του συμβολή και όχι να αποσιωπά τις παραλείψεις του ή να τις μετακυλύει.

Ερώτηση: Η ευκαμψία στην αγορά εργασίας εκτιμάτε ότι απειλεί την ασφάλεια των εργαζομένων;

Απάντηση: Η πολυσυζητημένη ελαστικότητα στην αγορά της εργασίας είναι κατά μέγα μέρος παράγωγο της ελαστικότητας στην οργάνωση των νέων επιχειρήσεων και των νέων όρων δράσης. Με αυτή την έννοια δεν είναι αποκλειστικά παράγωγο της φιλελεύθερης οικονομίας. Γι'αυτό και δεν αντιμετωπίζεται με απαγορεύσεις. Άλλωστε, όλοι γνωρίζουμε ότι ελαστικές λύσεις υπήρχαν ανέκαθεν. Είναι αναμφίβολο ότι η νέα διάσταση που παίρνει η ελαστικότητα δημιουργεί ανασφάλεια και το μεγάλο πρόβλημα που απασχολεί την πολιτική και τα συνδικάτα είναι το πώς θα μειωθεί η ανασφάλεια αυτή σε ένα παραγωγικό σύστημα που για να επιβιώσει ζει με αυξανόμενους όρους ανταγωνισμού και συνεχείς αλλαγές. Και η μεγαλύτερη ανασφάλεια αφορά την έλλειψη σταθερότητας στην απασχόληση. Όλοι οι ερευνητές συγκλίνουν στο να μας λεν ότι κάθε νέος εργαζόμενος θα χρειαστεί να αλλάξει τέσσερις και πέντε φορές είδος απασχόλησης. Οι αφορισμοί εκείθεν και εντεύθεν είναι γνωστοί. Το ζητούμενο είναι λύσεις με τα πιο θετικά αποτελέσματα. Η ΕΕ επιχειρεί τη δική της προσέγγιση με την πρόταση ενός τριγώνου όπου η μια γωνία αφορά τις οικονομικές αξιολογήσεις, η άλλη την απασχόληση και η τρίτη την προστασία. Βέβαια και αυτό με τη σειρά του είναι αφηρημένο και θέλει συγκεκριμενοποίηση. Δεν είναι τυχαίο, ότι από τους τέσσερις πυλώνες που συνιστούν την ευρωπαϊκή πολιτική για την απασχόληση, ο τρίτος πυλώνας, που αναφέρεται στην προσαρμογή και περιέχει τα θέματα ελαστικότητας, συναντά τις περισσότερες δυσχέρειες. Πάντως, υπάρχει ένα ενθαρρυντικό σημείο σε όλα αυτά, που συνίσταται στην εγκατάλειψη της αμιγώς φιλελεύθερης προσέγγισης.

Ερώτηση: Η εισροή νέων πόρων κρίνετε ότι προσφέρει μια νέα ευκαιρία στην αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό σύστημα; Συμμερίζεστε τις ανησυχίες για τις αλλαγές που θα επιβάλλονται στο ασφαλιστικό σύστημα;

Απάντηση: Η εισροή νέων πόρων αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική συμβολή στην εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος. Όμως, όπως είχα την ευκαιρία και άλλοτε να αναπτύξω, το ασφαλιστικό πρόβλημα δεν συνδέεται μόνο με την εισροή των πόρων αλλά με την αναντιστοιχία του σε μια σειρά από σύγχρονους κοινωνικούς κινδύνους, την υπονόμευσή του από τον ιδιωτικό τομέα λόγω της χαμηλής ποιότητας προσφοράς υπηρεσιών και την μετατροπή του λόγω του τρόπου της μέχρι σήμερα διαχείρισης του σε ένα "πίθο των Δαναΐδων". Και εδώ όπως και στις εργασιακές σχέσεις οι αλλαγές είναι αναγκαίες και θα έλεγα ότι οι πρώτοι ενδιαφερόμενοι πρέπει να είναι οι εργαζόμενοι που έχουν κάθε συμφέρον να προτάξουν τη ρωμαλεότητα του ασφαλιστικού συστήματος απέναντι στην υπονόμευση του από τα ιδιωτικά συμφέροντα.

  ΠΙΣΩ

 

       30 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: "Αντικοινωνική λύση η άδηλη εργασία"

  Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  «Τα Νέα»  τη  Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2000

Συνέντευξη του Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ, καθηγητή Ιωάννη Κουκιάδη  για την εφημερίδα « Τα Νέα».

Γεννήθηκε: 1940, στο Τρικέρι Μαγνησίας     
Μεγάλωσε: Στο Βόλο
Πίστεψε:
Στη φυγή προς τα μπρος
Αμφισβήτησε: Την αυθεντία
Αντέδρασε:
Στη μιζέρια
Συμβιβάστηκε:
Με ότι δεν καταπολεμείται.
Στόχευσε: Στη γαλήνη  

1.      Τι είναι λαθραία εργασία;

Εργασία έξω από τους κανόνες της Πολιτείας. Με άλλα λόγια δραστηριοποίηση σε βάρος ανταγωνιστών και κοινωνικού συνόλου.

2.      "Εισήχθη" και στην Ελλάδα;

Είναι από αυτά που δεν εισήχθησαν αλλά είναι γηγενή. Μάλλον εξαγωγή κάνουμε.

3.      Αν προσδιορίζαμε τις διαστάσεις της;

Εκτιμάται με τις διάφορες παραλλαγές της σε ποσοστό 28 έως 30% της οικονομίας.

4.      Ποιοι την τροφοδοτούν;

Πλούσιοι και πένητες. Περιφερειακοί και καλοφτιαγμένοι.

5.      Φταίνε οι άδηλοι εργαζόμενοι;

Οι λόγοι είναι πολλοί και διαφορετικής ποιότητας. Κάπου υπάρχει μερίδιο ευθύνης.

6.      Και οι επιτήδειοι εργοδότες;

Οπωσδήποτε ναι. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι και για αυτούς η μόνη λύση.

7.      Τι βλάβες προκαλεί στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο;

Το ανατρέπει de facto.

8.      Πόσο διαβρώνει τις πολιτικές στο φορολογικό και ασφαλιστικό τομέα;

Καθιστά τις ολικές ρυθμίσεις μερικές και ανατρέπει προσδοκώμενα αποτελέσματα.

9.      Οι επιδράσεις της άδηλης εργασίας στην ανεργία;

Συντηρεί την απασχόληση ποσοτικά αλλά χειροτερεύει την ποιότητά της. Είναι λύση αντικοινωνική.

10.  Ουτοπικός ο στόχος της συνόδου κορυφής της Λισσαβόνας για σταδιακή μείωση στο 4%;

Και μόνο το γεγονός ότι γίνεται αναφορά σε αυτόν επιβεβαιώνει ότι η πλήρη απασχόληση εντάσσεται στις προτεραιότητες της.

11.  Υπάρχει και πλασματική ανεργία;

Υπάρχει πλασματική ανεξάρτητη εργασία που υποκρύπτει μισθωτή εργασία.

12.  Πώς προσαρμόζεται η προσφορά και η ζήτηση;

Με αξιοποίηση ιδιωτικών και κρατικών δικτύων πληροφόρησης συνδεδεμένων με τα κέντρα παραγωγής δεξιοτήτων.

13.  Η απονομή κοινωνικής δικαιοσύνης πάει…

Οι κοινωνίες δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο στο νόμο του ισχυρότερου που επιβάλλει η αγορά. Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι αναγκαία όχι μόνο για την κοινωνική συνοχή αλλά και για τη σωστή λειτουργία της αγοράς.

14.  Τι μέλλει γενέσθαι;

Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης η κοινωνική διάσταση δεν μπορεί να παραμείνει μόνο εθνική. Πρέπει να εξαχθεί όπως και ο φιλελευθερισμός.

15.  Ποιο είναι τελικά το ευρωπαϊκό όραμα;

Είναι το μόνο πολιτικό όραμα που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την άσκηση των ελευθεριών από τους αδυνάτους.

16.  Πώς βλέπετε το διάλογο για τα εργασιακά;

Ο διάλογος είναι συμμετοχή και η συμμετοχή μέρος των δημοκρατικών μας δικαιωμάτων

17.  Πού θα καταλήξει;

Οι ενδιαφερόμενοι έχουν τον λόγο

18.  Βαθμολογείτε τον Υπουργό Εργασίας με …

Είναι πρόωρη η αξιολόγηση του. Δείχνει πάντως γνώστη των προβλημάτων και των αναγκαίων ισορροπιών.

19.  Τη ΓΣΕΕ και το ΣΕΒ;

Όσο και αν φαίνεται περίεργο πορεύονται παράλληλα. Έπαψαν να διαμαρτύρονται μόνο. Σήμερα ερευνούν, τεκμηριώνουν, συζητούν.

20.  Αν μένατε άνεργος πού θα απευθυνόσασταν;

Σε κράτος και ιδιώτες. Σε παραδοσιακά μέσα και σύγχρονα. Σε εγχώριους και ευρωπαϊκούς αποδέκτες.

21.  Αν σας ενοχλούσε η στάση του εργοδότη σας τι θα κάνατε;

Το είδος της ενόχλησης προσδιορίζει τη στάση. Όμως τα όρια του εξαρτημένου είναι περιορισμένα.

22.  Τι έχετε εισπράξει σήμερα από την Ευρωβουλή;

Η Ευρωβουλή είναι κέντρο επεξεργασίας πολιτικών παγκοσμοποιημένου περιεχομένου και μελλοντικών εξελίξεων. Οι εμπειρίες είναι μοναδικές.

23.  Πού είναι περισσότερο Ευρώπη: Βρυξέλλες, Στρασβούργο, Αθήνα ή Θεσσαλονίκη; Θα την εγκαταλείπατε οριστικά …

Έχουμε ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίον πλέον μετακινούμεθα ελεύθερα.

24.   Θα πηγαίνατε στις Βρυξέλλες οδικώς;

Η μετάβαση οδικώς είναι συναρπαστική. Άλλο αν δεν είναι γρήγορη.

25.  Σας λείπει η πανεπιστημιακή έδρα;

Η πανεπιστημιακή και βουλευτική έδρα έχουν ως στόχο τα δημόσια πράγματα με διαφορετικές μεθόδους.

26.  Θα την εγκαταλείπατε οριστικά;

Σίγουρα όχι

ΠΙΣΩ


Άρθρο του Ευρωβουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ  καθηγητή Ιωάννη Κουκιάδη για την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία».
Τίτλος άρθρου: «Διάλογος για την ενσωμάτωση του κοινωνικού κράτους στη νέα οικονομία».

 Θεσσαλονίκη, 27 Οκτωβρίου 2000

H Ευρώπη παραμένει ο μόνος γεωγραφικός χώρος όπου εξακολουθεί να έχει βαρύτητα η πολιτική μάχη για το κοινωνικό κράτος. Οι εμπειρίες από τη μάχη αυτή για τη διάσωση ή μεταλλαγή του είναι ήδη πολλές. Οι σκέψεις που ακολουθούν έχουν ως βάση αυτές τις εμπειρίες και μπορούν να συμβάλουν στην επιτυχία του επικείμενου διαλόγου για τις εργασιακές σχέσεις. Αν μάλιστα οι διάφορου πρωταγωνιστές υποβάλλονταν στον κόπο να παρακολουθούν συστηματικά τις εμπειρίες από τις άλλες χώρες τις Ε.Ε. στο πλαίσιο της ανοιχτής μεθόδου συντονισμού όπως υποδεικνύουν επανειλημμένα τα όργανα της Ε.Ε. θα είχαμε ήδη κάνει ένα βήμα στη διαμόρφωση κλίματος για τις αναγκαίες αλλαγές .

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο οι αντιδράσεις που λίγο έως πολύ αναμένονται σε κάθε είδους επεμβάσεις σε ρυθμισμένες καταστάσεις και που σε τελευταία ανάλυση δημιουργούν τις προϋποθέσεις διαλόγου, όσο οι διάχυτες αβεβαιότητες πρώτα και κύρια για τον τελικό στόχο και κατά δεύτερο λόγο για το βαθμό σύνδεσης των επί μέρους μέτρων μεταξύ τους.

Για να αρθούν οι αβεβαιότητες αυτές απαιτούνται απαντήσεις σε ερωτήματα για την αναγκαιότητα  των μέτρων, για το αν καλύπτουν το κοινό συμφέρον των ενδιαφερομένων και το αν τηρείται η αρχή του αναλόγου για την συμβολή του καθενός.

Είναι παγκοίνως γνωστό ότι η μακροοικονομική σταθερότητα, με τους περιορισμούς στη δημοσιονομική  διαχείριση και στην  αντιπληθωριστική πολιτική, έχει εδραιωθεί  ως ο «νέος χρυσούς κανόνας» σε όλες τις χώρες της  Ευρωπα:ικής  Ένωσης και αποτελεί βασική σταθερά στη στρατηγική της Ε.Ε. για τη νέα οικονομία. Ακόμη και η κριτική από τα αριστερά  δεν αμφισβητεί τον κανόνα αυτόν, αλλά θεωρεί ότι αργά  ή γρήγορα θα υπάρξει χαλάρωση στην εφαρμογή του. Σε κάθε περίπτωση, όλοι συμφωνούν ότι απομάκρυνση από αυτόν δεν μπορεί να γίνει μεμονωμένα σε μία χώρα. Συνεπώς οι δεσμεύσεις  που προκύπτουν προκαθορίζουν και τα όρια του διαλόγου για την πολιτική απασχόλησης και την εισοδηματική πολιτική.

Κοινός ακόμη στόχος αναγνωρίζεται η προώθηση με επιταχυνόμενους  ρυθμούς της νέας οικονομίας. Για την πραγματοποίησή του η Ε.Ε. ομόφωνα έχει ορίσει τέσσερις προτεραιότητες, που συνοψίζονται στη μετάβαση στη νέα οικονομία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, στην επιτάχυνση διαρθρωτικών αλλαγών, στον εκσυγχρονισμό του κοινωνικού συστήματος και στη διαρκή ανάπτυξη. Ειδικότερα για την ενίσχυση της απασχόλησης, έχει βάλει ως επί μέρους στόχους την απασχολησιμότητα, την ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος, την προσαρμογή των εργασιακών σχέσεων και την ισότητα ευκαιριών. Η εκπλήρωση αυτών συνδέεται με πακέτο επιμέρους μέτρων που ξεπερνούν κατά πολύ τις πέντε προτάσεις που εξαγγέλθηκαν. Ένας ανοιχτός διάλογος πρέπει να καλύπτει όλο το φάσμα  των μέτρων αυτών. Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα , αφού λίγο έως πολύ η στρατηγική και οι στόχοι έχουν προσδιοριστεί με τη σύμπραξη των κυβερνήσεων  και των δέκα πέντε χωρών, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα κυβερνάει, πού αρχίζει ο πολιτικός ανταγωνισμός, πώς διαφοροποιείται η προσέγγιση από τις φιλελεύθερες και τις σοσιαλιστικές πολιτικές δυνάμεις ;

Στη δεκαετία του ΄90 επικράτησαν οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις σαν ανάχωμα στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. Το μήνυμα ήταν σαφές. Η Ευρώπη πρόκρινε την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους που ήταν και η μεγάλη κληρονομιά  του 20ου αιώνα. Δεν είχε όμως ακόμη αποσαφηνιστεί αν η υπεράσπιση περιοριζόταν στη διατήρησή του ως είχε ή περιελάμβανε, αναγκαία, την προσαρμογή του. Η γραμμή αυτή επικράτησε τελικά και στην  Ε.Ε. και έτσι βασικός πολιτικός στόχος για τα προσεχή χρόνια  είναι η ενσωμάτωση του κοινωνικού κράτους στη νέα οικονομία που προϋποθέτει την παραγωγή του νέου κοινωνικού κράτους.

Με τη συμβολή των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων επιτεύχθηκαν μια σχετική αποφιλελευθεροποίηση νεοεισαχθέντων όρων, όπως ελαστικότητα και απασχολησιμότητα, και η επανένταξη κοινωνικοπολιτικών παρεμβάσεων για τη διόρθωση των κοινωνικών στρεβλώσεων από τη λειτουργία  της νέας ανοικτής αγοράς, που περιλαμβάνει και τα μέτρα  κατά του αποκλεισμού. Έτσι, όλες  οι προτεραιότητες και οι στόχοι που αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν θεωρούνται ασυμβίβαστα με την κοινωνική προστασία. Είναι λοιπόν άλλο πράγμα να αρνούμαστε τη μερική απασχόληση ,τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, την απασχολησιμότητα και άλλο πράγμα να αρνούμαστε τη σύνδεσή τους με τις αρχές του κοινωνικού κράτους.Mε αυτά τα δεδομένα, βασικό ζητούμενο στο νέο κοινωνικό διάλογο είναι να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο αυτή της σύνδεσης.

Αλλά η επιτυχία ενός διαλόγου δεν εξαρτάται μόνο από την αποσαφήνιση των στόχων .Αυτή συνδέεται και με τη σχετική επαλήθευση  της αποτελεσματικότητας των νέων μέτρων  στην πραγμάτωση των στόχων. Γι΄ αυτό, διάλογος μπορεί να γίνει μόνον εφόσον διατίθενται συγκεκριμένα απολογιστικά στοιχεία, και έχει συνέχεια και περιοδικότητα. Μια  άλλη δύσκολη παράμετρος στο εγχείρημα αυτό είναι οι δυσκολίες  στη διασύνδεση των επί μέρους μέτρων. Για παράδειγμα, δεν έχει κανένα νόημα  να προβάλλουμε την απασχολησιμότητα αν παράλληλα δεν αναπτύσσονται με τον ίδιο ρυθμό οι διαδικασίες της δια βίου εκπαίδευση, οι μόνες που μπορούν να καταστήσουν την απασχολησιμότητα μέσο καταπολέμησης της ανεργίας. ΄Έχει πράγματι αναγνωριστεί ότι το σημαντικότερο νέο μέσο κοινωνικής διανομής δεν είναι πλέον οι παροχές και τα επιδόματα, όσο η κατάρτιση και η εκπαίδευση. Αυτό όμως, όσο εύκολα λέγεται τόσο δύσκολο είναι να υλοποιηθεί. Και στο σημείο αυτό υπάρχει λαμπρό πεδίο για το διάλογο, γιατί είναι η μόνη μέθοδος για ανάληψη συγκεκριμένων ευθυνών και απαλήθευσης αποτελεσμάτων. Και εφόσον όπως είπαμε ο διάλογος θα έχει περιοδικότητα, τα συμφωνούμενα μέτρα μόνο ως προσωρινές λύσεις θα αντιμετωπίζονται. Η διαδικασία επαλήθευσης και αναθεώρησης των μέτρων εντάσσεται πλήρως στη στρατηγική της Ε.Ε. για την απασχόληση.

Τέλος, όσον αφορά τους ανέργους είναι καιρός να αποτυπωθούν με αξιόπιστο τρόπο οι θέσεις τους,απευθείας από τους ίδιους.  Δεδομένου δε ότι οι άνεργοι δεν είναι οργανωμένοι, οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες μπορούν να αναληφθούν από τα  γραφεία  ή τις υπηρεσίες που διαχειρίζονται την ανεργία, με κάθε πρόσφορο μέτρο.

Αν θελήσουμε να συνοψίσουμε τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι, παρά την ύπαρξη κοινών στόχων, προκαθορισμένης στρατηγικής και δεσμεύσεων για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, υπάρχουν πολλά περιθώρια για διαφορετικές ιεραρχήσεις και προσεγγίσεις από χώρα σε χώρα και από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Συνακόλουθα,  υπάρχει ευρύ αντικείμενο για διάλογο και, το κυριότερο, οι προοπτικές είναι όσο ποτέ άλλοτε πρόσφορες για επανάκαμψη των αρχών του κοινωνικού κράτους για τη διαχείριση των προβλημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Η ευθύνη όλων των κοινωνικών εταίρων είναι να συμβάλουν στην ανάπτυξη της νέας οικονομία, με ενσωμάτωση του κοινωνικού κράτους, ως την πλέον αξιόπιστη απάντηση απέναντι στην αμερικανική πρόκληση.

ΠΙΣΩ

 

Άρθρο του Ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ καθηγητή Ιωάννη Κουκιάδη για την εφημερίδα «Αγγελιαφόρος της Κυριακής».
Τίτλος άρθρου: «Το πραγματικό πρόβλημα των εργασιακών σχέσεων».

 Θεσσαλονίκη, 5 Νοεμβρίου 2000

Είναι θετικό πως οι εργασιακές σχέσεις επανήλθαν στην επικαιρότητα της πολιτικής και πως η πολιτική διαμάχη τις ξαναυποδέχτηκε στους κόλπους της για να μας υπενθυμίσει ότι αυτές εξακολουθούν να αποτελούν τουλάχιστον για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες το κατεξοχήν μέσο ενεργοποίησης της κοινωνικής πολιτικής. Οι αντιπαραθέσεις που μέχρι σήμερα εκδηλώθηκαν με αφορμή τις προτάσεις της κυβέρνησης  για τις μεταρρυθμίσεις, εστίασαν το πρόβλημα στις επιμέρους ρυθμίσεις  και υποβάθμισαν το πραγματικό πρόβλημα που υποκρύπτουν  που είναι η αδυναμία  αφομοίωσης των δεδομένων της νέας οικονομίας  που συνεχώς απομακρύνεται  από το  βιομηχανικό πρότυπο παραγωγής, και η έλλειψη σαφούς πολιτική πρότασης από τις πολιτικές δυνάμεις.

Οι απαντήσεις για το αν  πρέπει να ενισχυθεί ή όχι η πλήρης απασχόληση , αν πρέπει ή όχι να διευκολυνθεί η απασχολησιμότητα και για το πώς πρέπει να διευθετηθεί ο χρόνος εργασίας προϋποθέτουν απαντήσεις σε άλλα βασικά ερωτήματα. Το πρόβλημα ανεργίας και  τα συναφή κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι η φτώχεια και ο αποκλεισμός, δίνουν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε περίοδο παρακμής και ότι μια σωστή πολιτική προσέγγιση εξαντλείται στη διαχείριση της φτώχειας. Νομίζω ότι με βάση και τις εμπειρίες από τις άλλες χώρες πρόκειται για λάθος προσέγγιση.

Η νέα οικονομία με τις νέες δυνατότητες  ανοίγει το δρόμο για μια πρωτόγνωρη ανάπτυξη. Έτσι το πρωταρχικό πρόβλημα είναι πως θα γίνουν κατανοητές οι αλλαγές που πραγματοποιούνται και πως θα αξιοποιηθούν οι νέες αυτές δυνατότητες. Αν δεν γίνει δεκτή αυτή η αφετηρία, οποιαδήποτε προσέγγιση από τη πολιτεία και τους κοινωνικούς εταίρους, θα συνιστά μια μάχη οπισθοφυλακής.

Ένα δεύτερο ερώτημα  για το οποίο προαπαιτείται μια απάντηση, είναι  το αν η διαχείριση των αλλαγών συμβιβάζεται με τις σοσιαλιστικές προσεγγίσεις.

Ενώ πριν από λίγα χρόνια φαινόταν  ότι αμφισβητούνταν  πλήρως οι αρχές του κοινωνικού κράτους, σήμερα στην Ευρώπη τουλάχιστον η «σοσιαλιστική»  προσέγγιση κατόρθωσε να είναι κυριαρχούσα άποψη. Εδώ βέβαια φτάσαμε στο κρίσιμο ερώτημα για το ποια ακριβώς είναι αυτή, ένα θέμα  για το  οποίο η ελληνική κοινωνία δεν έχει ξεκάθαρη αντίληψη. Μπορεί βέβαια να μην υπάρχει ενιαία απάντηση, κάτι τέτοιο άλλωστε δεν υπήρχε και στο παρελθόν ποτέ για αντίστοιχα προβλήματα,  και να προτείνονται  διάφορες λύσεις με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία, λύσεις που πολλές φορές προκαλούν και την ειρωνεία ορισμένων ορθοδόξων της αριστεράς. Όμως ένα είναι βέβαιο, ότι η αναζήτηση νέων λύσεων είναι προτιμότερη από τη στασιμότητα που οδηγεί με μαθηματικό τρόπο σε πλήρες αδιέξόδο.

Αναζήτηση νέων λύσεων από σοσιαλιστική σκοπιά ερμηνεύεται ως αποστασιοποίηση από τις  ρυθμίσεις του παραδοσιακού κοινωνικού κράτους, όχι όμως και ως εγκατάλειψη των αρχών του κοινωνικού κράτους, όπως είναι η αναγκαιότητα της κανονιστικής μεσολάβησης του κράτους για να αποκαθιστά την ισότητα στη λειτουργία των συμβάσεων, οι κοινωνικές δαπάνες για να διορθώνουν τις ανισότητες που προκύπτουν  από την  αγορά  και  οι ανάγκες  για την αναγνώριση συλλογικών αγαθών στα οποία η πρόσβαση θα είναι ανοιχτή για το σύνολο των πολιτών.

Αν γίνει δεκτή αυτή η αφετηρία, το πρόβλημα δεν  θα είναι πλέον  πως θα αποτρέψουμε την μερική απασχόληση ή ακόμη και την ελαστικότητα που συνδέεται με τους νέους τρόπους οργάνωσης της παραγωγής ή την κινητικότητα από επάγγελμα σε επάγγελμα που συνδέεται με την απασχολησιμότητα, αλλά το πώς η αντιμετώπιση αυτών των  θέματα δεν θα  ταυτίζεται με απόρριψη νέων ρυθμίσεων κοινωνικής υφής .

Από την  Ισπανία του Νότου ως τη Δανία του Βορρά,  πολλαπλασιάζονται  οι συμφωνίες  για την προσαρμογή του παραδοσιακού εργασιακού μοντέλου στις νέες απαιτήσεις της παραγωγής. Συνήθως αυτά όλα αποκρούονται στην χώρα μας με τον ισχυρισμό «άλλη κατάσταση εκεί, άλλη εδώ».Πρόκειται για μια ακόμη παρανόηση. Η ιδιαιτερότητα από χώρα σε χώρα  οδηγεί  σε διαφορετικές ρυθμίσεις, αλλά άλλο αυτό κι άλλο η άρνηση της μεταρρύθμισης σε μια χώρα σαν τη δική μας που βρίσκεται αντιμέτωπη με ανάλογα προβλήματα   που αναφύονται και στις  άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η πολιτική συζήτηση που άρχισε στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος για την οποία πήραμε μια γεύση στη Συνδιάσκεψη της Παρασκευής, φέρνει στο προσκήνιο με ξεκάθαρο τρόπο τη διαμάχη μεταξύ υπερασπιστών του κοινωνικού κράτους ως έχει κι αυτών που αναζητούν την προσαρμογή του.

Το δίλημμα ανάμεσα  σε ένα  γνωστό και δοκιμασμένο κοινωνικό κράτος και σε ένα νέο κοινωνικό κράτος, σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε πιο πάνω είναι ψευδοδίλημμα . κανένα κοινωνικό πρότυπο δεν επέζησε όταν δεν εξασφάλισε τους όρους αποτελεσματικότητας  του. Το πλεονέκτημα του κοινωνικού κράτους  ήταν ότι ήξερε να συνδυάσει  τη δημοκρατική αρχή με την οικονομική πρόοδο και την άμβλυνση των ανισοτήτων. Αν χάσει αυτό το πλεονέκτημα  η επόμενη φάση θα είναι η αμερικανοποίηση της ευρωπαϊκής, κοινωνίας που αυτή τη στιγμή όσο και να φαίνεται παράδοξο έχει επιβληθεί και στον τρίτο κόσμο.

Από εκεί και πέρα στο τεχνικό μέρος του διαλόγου είναι εύκολο να δοθούν κοινώς αποδεκτές λύσεις. Ήδη φαίνεται ότι το Υπουργείο υιοθετεί ορισμένες λύσεις που υποστηρίζω κι εγώ όπως η προτεραιότητα των κοινών συμφωνιών και η επικουρικότητα των κρατικών ρυθμίσεων, η προέκταση του διαλόγου στο μέλλον , η αναγνώριση της ανάγκης για συνολική διαπραγμάτευση των θεμάτων για την απασχόληση, η πρόβλεψη –σε ορισμένες περιπτώσεις-προσωρινών λύσεων και η ανάληψη συγκεκριμένων ευθυνών από την κυβέρνηση για την  αποτελεσματική ρύθμιση των τομέων  ευθύνης της, όπως είναι οι τομείς της παιδείας, γενικής και επαγγελματικής, της οργάνωσης των υπηρεσιών απασχόλησης και την ενίσχυση ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αξιόπιστη διαχείριση του διαλόγου για μεταρρυθμίσεις  δεν μπορεί να υπάρχει όσο η κυβέρνηση δεν δείξει η ίδια δείγματα αποτελεσματικής πολιτικής. Το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα  από την πρόσφατη διαμάχη για τις εργασιακές σχέσεις είναι ότι όλοι πρέπει να αναλάβουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες  για να συμμετάσχουν με αυτοπεποίθηση  στον νέο  κόσμο της δημιουργίας. 

  ΠΙΣΩ

 

Άρθρο του ευρωβουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ καθηγητή Ι. Κουκιάδη για την εφημερίδα το «Βήμα»
Τίτλος άρθρου: "Ο διάλογος με την  κοινωνία των πολιτών."

Θεσσαλονίκη, 18 Δεκεμβρίου 2000

Προτού καλά καλά εξοικειωθούμε με τον κοινωνικό διάλογο και με έννοιες όπως κοινωνικοί εταίροι, που αρκετοί αρνούνται ακόμη και σήμερα  να τις αποδεχθούν, η πολιτική φρασεολογία μάς τροφοδοτεί με νέους όρους όπως κοινωνία των πολιτών, διάλογος των πολιτών, μη κυβερνητικές οργανώσεις. Η μετεξέλιξη είναι σαφής. Η πολιτική της όμως σημασία και οι προεκτάσεις της δεν έχουν ακόμα πλήρως εκτιμηθεί. Το πιο σημαντικό που έχουμε να κρατήσουμε από αυτό είναι ότι εκφράζει την ανάγκη για μια νέα διακυβέρνηση των κοινωνικών πραγμάτων. Τα δύο αυτά είδη διαλόγων φαίνεται ότι αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Όμως, παρόλα αυτά, η σημερινή πολιτική αξιοποίηση τους θέλει μάλλον να υποδηλώσει το αντίθετο και να προβάλλει τη μεταξύ τους συγγένεια.

Οι νεότερες  εξελίξεις που χαρακτηρίζουν τις αστικές κοινωνίες,  όπως η κρίση της πολιτικής με το αυξανόμενο προβάδισμα της οικονομικής εξουσίας έναντι της πολιτικής, η ανάγκη ανεύρεσης νέων ισορροπιών ανάμεσα στον επελαύνοντα ατομικισμό και την αναγκαιότητα διασφάλισης συλλογικών αγαθών,  η νέα ανακατανομή ευθυνών και εξουσιών ανάμεσα στο  εθνικό και τοπικό επίπεδο , η αναζήτηση άμυνας της κοινωνίας απέναντι στην ανεξέλεγκτη δύναμη των μέσων μαζικής επικοινωνίας ή η γνωστή σε όλους διαπλοκή δημιουργούν αυξημένες ανάγκες μεσολαβητικών μηχανισμών ανάμεσα στην οικονομία και την κοινωνία. Όλα αυτά αναπόφευκτά οδηγούν σε αναζωπύρωση του ρόλου και της σημασίας των θεσμών της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, που εκφράζεται με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Οι θεσμοί που εκφράζουν την οργανωμένη κοινωνία ων πολιτών όπως σωματεία, ιδρύματα, ενώσεις παντός τύπου δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Καινούργιο φαινόμενο είναι ο νέος τρόπος αξιοποίησης τους και ο νέος ρόλος τους στην πολιτική διαχείριση.

Στο νεότερο αστικό κράτος, η κοινωνία των πολιτών, προσδιορίστηκε αρχικά  από τη φιλελεύθερη αντίληψη για τη διασφάλιση ενός αυτόνομου ιδιωτικού χώρου απέναντι στην κρατική εξουσία. Με τη σοσιαλιστική προσέγγιση το ενδιαφέρον της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών εστιάστηκε στα συνδικάτα ως τους κατεξοχήν φορείς για τη νομιμοποίηση της συλλογικής ευθύνης. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός επανέφερε την παντοδυναμία της  κρατικής εξουσίας. Μετά την πτώση του η φιλελεύθερη ιδέα αναζωπυρώθηκε.

Όμως γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η χρησιμοποίηση της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών δεν είναι μόνο θέμα περιορισμού της αυθαιρεσίας της κρατικής εξουσίας,  αφού το πρόβλημα στις δημοκρατίες δεν είναι πλέον η αυθαιρεσία αλλά οι αδυναμίες  της κεντρικής εξουσίας. Με απλά λόγια χρειαζόμαστε αντίβαρα απέναντι στην κυριαρχία της οικονομικής εξουσίας, χρειαζόμαστε προσφορά υπηρεσιών που θα βελτιώσουν τη γνώση μας για την επίλυση των σύνθετων προβλημάτων την οποία το κράτος αδυνατεί να έχει, χρειαζόμαστε ακόμη αντίβαρα απέναντι στην κινούμενη άμμο που είναι η κοινή γνώμη  όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις δημοσκοπήσεις σε συνάρτηση βέβαια  με την αυξανόμενη επιρροή της. Όπως σωστά παρατηρήθηκε,  η δύναμη της επιρροής της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου μπροστά σε συγκεκριμένη κοινή γνώμη, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από μια δημοσκόπηση, παρουσιάζεται εξασθενημένη. Αντίβαρα ακόμη χρειάζονται και απέναντι στην παντοδυναμία  των σύγχρονων ΜΜΕ.

Ο αναγνώστης εύλογα θα διερωτηθεί πως μπορεί να οριοθετήσουμε τις μη κυβερνητικές οργανώσεις από τη στιγμή που καλύπτουν ποικιλόμορφους και ετερογενείς τομείς και περιλαμβάνουν οργανώσεις με διαφορετικούς στόχους και διαφορετική διάρθρωση. Ενόψη αυτής της ποικιλομορφίας αποφεύγεται η προσπάθεια για ενιολογικό προσδιορισμό και επιχειρείται ο εντοπισμός τους με γενικά χαρακτηριστικά. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι: ο μη κερδοσκοπικός τους χαρακτήρας, το προαιρετικό της συμμετοχής σε αυτές, η ανεξαρτησία από τα κόμματα και τις αρχές.

Ισχυρές οργανώσεις περιβαλλοντολόγων, καταναλωτών , ανέργων, ατόμων με ειδικές ανάγκες, γυναικών, προσφύγων, μειονοτήτων, αντιμετώπισης προβλημάτων από την παγκοσμιοποίηση και γενικώς οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στον λεγόμενο τρίτο τομέα τον μη κυβερνητικό και μη οικονομικό, μπορούν με τη συλλογική τους δράση να αποκαταστήσουν  τις αναγκαίες ισορροπίες στη διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων. Μπορούν ακόμα να συμβάλλουν στην ανανέωση της πολιτικής, που θα επιτρέπει σε κάθε επιμέρους πολιτική να ενσωματώνει και συγγενείς πλευρές των πολιτικών που ακολουθούνται στους άλλους τομείς.

Το νέο λοιπόν στοιχείο για τον ρόλο των μη κυβερνητικών οργανώσεων είναι ότι καλούνται να αναπτύξουν συλλογική δράση. Καλούνται όμως παράλληλα να ξεπεράσουν τη συντεχνιακή αντίληψη και να γίνουν συνδιαμορφωτές ενός  γενικού συμφέροντος, γεγονός που επιβάλλει στη δράση τους και τη διάσταση της ευρύτερης κοινωνικής αλληλεγγύης. Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να εκφραστούν και οι λιγότερο ευνοημένες ομάδες που για διαφόρους λόγους δεν εκπροσωπούνται από τα συνδικάτα.

Η δράση τους δεν περιορίζεται απλώς σε εσωτερικές δραστηριότητες προς τα μέλη αλλά περιλαμβάνει μεσολαβητικές δραστηριότητες  με τις οποίες  επηρεάζουν την πολιτική των δημοσίων αρχών και την κοινή γνώμη. Αυτές παίρνουν οργανωμένες μορφές με την ένταξη τους σε μηχανισμούς διαβούλευσης, συμμετοχής σε επιτροπές και όργανα,  διαπραγμάτευσης διαφόρων συμφωνιών, όπως τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης.  Ακόμη η  δράση τους επεκτείνεται και σε επιχειρησιακές δραστηριότητες με την παροχή υπηρεσιών κυρίως στον τομέα κοινωνικής πρόνοιας (περιορισμένος οικονομικός ρόλος).

Η κοινωνική Ευρώπη με την επέκταση του ρόλου των μη κυβερνητικών οργανώσεων αλλάζει μορφή και διαμορφώνει το νέο πρόσωπό της στη διακυβέρνηση των ευρωπαϊκών θεμάτων, με την επέκταση της συμμετοχικής διαχείρισης, την αποστασιοποίηση από την απλή αντιπαράθεση κεφαλαίου-εργασίας, τη διεύρυνση της βάσης και της θεματικής  της  κοινωνικής αλληλεγγύης.

Η ΕΕ προωθεί τη δράση των μη κυβερνητικών οργανώσεων με κάθε τρόπο, προκειμένου να ενισχυθεί η εξουσία επιρροής τους τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό  επίπεδο.   Ήδη από το 1997 η Επιτροπή στην ανακοίνωση της με τίτλο «Προώθηση του ρόλου των σωματείων και των ιδρυμάτων στην Ευρώπη», θέτει ως πολιτικό στόχο  τη σταδιακή σύσταση ενός  πραγματικού  διαλόγου με τους πολίτες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι με την επέκταση της εταιρικής σχέσης έχουμε ένα μεγάλο αριθμό μη κυβερνητικών οργανώσεων, που δημιουργούν ή προσχωρούν σε Ευρωπαϊκές οργανώσεις και δίκτυα και που αποτελούν σημαντικούς αγωγούς διοχέτευσης χρηματοδοτήσεων για διάφορα προγράμματα. Υπολογίζεται ότι πάνω από 1000 εκ. ευρώ χορηγούνται σε σχέδια μη κυβερνητικών.

Το ερώτημα στο οποίο μένει να απαντήσουμε είναι πού συναντιούνται και πού διαχωρίζονται κοινωνικός διάλογος και διάλογος με την κοινωνία των πολιτών. Ο διάλογος με την οργανωμένη κοινωνία  των πολιτών δεν αποτελεί την εναλλακτική λύση του κοινωνικού διαλόγου αλλά λύση συμπληρωματική. Αυτό οδηγεί στην αναγκαία συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και των νέων φορέων διαλόγου για την ανάπτυξη από κοινού πρωτοβουλιών σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως η κοινωνική ένταξη, η ισότητα των φύλων, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πρακτικά λοιπόν ανοίγει η εποχή πολυεδρικού και πολυεπίπεδου διαλόγου, γεγονός που επιβάλλει στα παραδοσιακά συνδικάτα και τους παραδοσιακούς κοινωνικούς εταίρους την αλλαγή τακτικής και την επινόηση νέων μεθόδων δράσης. Όλα αυτά δεν παύουν να δημιουργούν νέο ενδιαφέρον για την πολιτική που μόνο οι δημοκρατίες ξέρουν να παράγουν.

  ΠΙΣΩ