΄

Ομιλία του καθηγητή Ιωάννη Δ. Κουκιάδη, ευρωβουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου  με θέμα: «Η προοπτική ενός συντάγματος για την Ευρώπη» που διοργανώνεται από  28 Φεβρουαρίου έως 1 Μαρτίου με τίτλο:

"Οι βασικοί προβληματισμοί της συντακτικής Συνέλευσης"

 

 

Θεσσαλονίκη, 28 Φεβρουαρίου 2003

 

1. Θα ήθελα να αρχίσω τον χαιρετισμό μου με τις ευχαριστίες μου προς τον τομέα δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης του τμήματος νομικής του Α.Π.Θ. που αποδέχθηκε την κοινή μας πρόταση, τη δική μου και του Δημήτρη Τσάτσου, εξ'ονόματος της Ευρωπαϊκής Σοσιαλιστικής Ομάδας, για τη συνδιοργάνωση του διεθνούς αυτού συνεδρίου. Θα ήθελα να προσθέσω τις ευχαριστίες μου προσωπικά στους συναδέλφους Αντώνη Μανιτάκη και Κώστα Χρυσόγονο που ανέλαβαν όλο το βάρος της διοργάνωσης του συνεδρίου αυτού. Πρόκειται για το πρώτο μεγάλο συνέδριο που διοργανώνεται εκτός Αθηνών και ίσως ένα από τα λίγα συνέδρια που διοργανώθηκαν στις 15 χώρες με συμμετοχή των νομικών σχολών. Η νομική σχολή μας υπήρξε πάντα πρωτοπόρος σε ανάλογες πρωτοβουλίες.

 

Ο καθένας αντιλαμβάνεται εύκολα ότι το θέμα του συνεδρίου είναι ταυτόχρονα πολιτικό και νομικό.

 

2. Ως πολιτικό θέμα περικλείει την αναζήτηση ενός οράματος. Το όραμα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης που διατρέχει με διάφορες παραλλαγές γενιές επί γενεών επί 1000 και πλέον έτη στην ιστορία της Ευρώπης. Από το πρώτο προσχέδιο για την ομοσπονδιακή ενοποίηση της Ευρώπης που συντάχθηκε από τον Νορμανδό νομικό Pierre Dubois, τις προτάσεις για τη συγκρότηση μιας κυρίαρχης πανευρωπαϊκής συνέλευσης, την πρώτη αναφορά από τον Victor Hugo σε Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, ως την πρώτη κυβερνητική ενέργεια το 1929 από τον Πρωθυπουργό της Γαλλίας Briand "για ευρωπαϊκή ένωση ομοσπονδιακού τύπου", παραμένει διάχυτη η αίσθηση να ξεπεραστεί η Ευρώπη της διαίρεσης.

 

Αυτό το κοινό όραμα  για την Ευρώπη συμπυκνώνεται σήμερα, όπως προκύπτει από τις μέχρι σήμερα ανακοινώσεις της επιτροπής και τα πορίσματα της συντακτικής Συνέλευσης,  σε ένα μοντέλο αλληλέγγυας και βιώσιμης ανάπτυξης, που εμπεριέχει κοινές οικονομικές και κοινωνικές  πολιτικές, στην οικοδόμηση ενός μοντέλου ασφάλειας και δικαιοσύνης, με νέους τύπους δικαστικής συνεργασίας, κοινούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η Eurojust, η Europol και η ευρωπαϊκή εισαγγελία, και στην εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, που η πρόσφατη κρίση του Ιράκ κατέδειξε την αναγκαιότητα της.

 

            Οι αμερικανικοί χειρισμοί στην υπόθεση αυτή πέτυχαν μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ό,τι δεν μπόρεσαν να πετύχουν μέχρι σήμερα κυβερνήσεις, θεσμικά όργανα της κοινότητας, στοχαστές και αναλυτές:  τη συνειδητοποίηση από τους ευρωπαϊκούς λαούς  του κοινού τους συμφέροντος. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ έχουμε ταυτόχρονη κάθοδο στους δρόμους των λαών όλων των χωρών της Ευρώπης για ένα κοινό πολιτικό ευρωπαϊκό θέμα. Αν παρακολουθήσει κανείς την όλη ιστορία της ΕΕ θα δει ότι παρά τις αλλεπάλληλες διακυβερνητικές και την έστω βήμα με βήμα, σύμφωνα με τη μέθοδο Μονέ, προσέγγιση του ενωτικού στόχου, η Ευρωπαϊκή κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έπαψαν  να είναι αυτό που οι δημιουργοί της ήθελαν πρωτίστως, μία Ευρώπη της Κοινής Αγοράς. Θα διαπιστώσει ακόμη ότι η μέχρι σήμερα πορεία της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να είχε την ανοχή των λαών της αλλά πραγματοποιήθηκε ερήμην τους. Η νέα Ευρώπη που αναζητείται με τη συντακτική συνέλευση προσπαθεί να κεφαλαιοποιήσει την αντίληψη για ένα κοινό πολιτικό πρότυπο και καθιστά αναγκαίο το άνοιγμα προς τους πολίτες με εκδηλώσεις όπως η σημερινή. 

 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος της συντακτικής, ο Ζισκάρ Ντ΄Εστεν, κατά την έναρξη των εργασιών της πρόταξε το γεγονός ότι στην Ευρώπη δεν ακούγεται τακτικά η γνώμη των πολιτών. Οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν έχουν τη δυνατότητα να ζητούν ευθύνες από αυτούς που κατέχουν θέσεις εξουσίας και   λαμβάνουν αποφάσεις εξ ονόματος της Ευρώπης. Παρά το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία, ότι οι Υπουργοί που συνέρχονται στο συμβούλιο εκπροσωπούν τις κυβερνήσεις τους και ότι οι ευρωπαίοι επίτροποι διορίζονται από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών και είναι υπεύθυνοι ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, εξακολουθεί να επικρατεί η εκτίμηση  ότι η Ευρώπη δεν είναι αρκετά δημοκρατική. Θα έπρεπε οι ευρωπαίοι πολίτες να είναι σε θέση να εκλέγουν  και να αποπέμπουν άμεσα τους υπεύθυνους  για την ευρωπαϊκή δράση.

 

3. Αλλά και ως νομικό θέμα η προοπτική ενός ενιαίου  συντάγματος παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον. Και μόνο το γεγονός ότι οικειοποιούμεθα  την έννοια του συντάγματος, που η παράδοση την συνδέει με τη συγκρότηση των εθνικών κρατών, προκειμένου να διαμορφώσουμε ένα υπερεθνικό πολιτικό μόρφωμα, κάνει πολλούς συνταγματολόγους να εξεγείρονται. Ωστόσο θα μπορούμε να είμαστε πιο γενναιόδωροι και να σταθούμε στο γεγονός ότι πρόκειται για το πρώτο υπερεθνικό σύνταγμα, αφού για πρώτη φορά αποτολμούμε την συγκρότηση υπερεθνικής έννομης τάξης μεταξύ κρατών με παράλληλες διατάξεις για τους πολίτες τους. Όπως άλλωστε αναφέρει και ο Γιώργος Παπαδημητρίου ήδη το άρθρο 28 , παρ. 3 του συντάγματος δίνει έρεισμα για την ευρωενωσιακή λειτουργία και καταργεί τη μονοπωλιακή θέση του εθνικού συντάγματος.

 

Στη βάση του όλου εγχειρήματος παραμένει η αντίληψη που προώθησε ο καθηγητής Δημήτρης Τσάτσος, σύμφωνα με την οποία η ένωση της Ευρώπης με οποιαδήποτε μορφή είναι ταυτόχρονα ένωση κρατών και ένωση λαών και πολιτών. Η Ευρώπη των κρατών είναι η Ευρώπη των διαφορών, που δυσχεραίνει την προοπτική της ομοσπονδιοποίησης. Η Ευρώπη των λαών είναι η Ευρώπη των κοινών αξιών, που συνιστά κατά τον Βολτέρο την ευρωπαϊκή πολιτισμική συμπολιτεία, και οδηγεί πολιτικά στην υπέρβαση της κρατικής απομόνωσης.

 

            Το αν το υπό εκκόλαψη σύνταγμα θα λέγεται σύνταγμα ή υπερεθνικό σύνταγμα η συντακτική συνθήκη δεν είναι το κυρίως ζητούμενο. Άλλωστε οι σοφοί της Συντακτικής Συνέλευσης συνεχίζοντας τη μεγάλη παράδοση των επινοήσεων, απεδέχθησαν τη συμβιβαστική πρόταση και κάνουν λόγο για Συνθήκη θεσπίζουσα ένα Σύνταγμα για την Ευρώπη. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα διάσταση του συντάγματος, την ενωσιακή, που αποτελεί και ένα νέο στοιχείο της έννοιας του συντάγματος. Καμία νομική παράδοση όσο ισχυρή και αν είναι δεν μπορεί να αποκλείσει τη μετεξέλιξη εννοιών και θεσμών και τον εμπλουτισμό τους με νέα στοιχεία

 

Για πρώτη φορά ακόμη φιλοδοξούμε να διαμορφώσουμε ένα κείμενο που πρώτα από όλα θα είναι ευανάγνωστο και εύληπτο από τους πολίτες, όπως συμβαίνει με κάθε καταστατικό χάρτη. Έτσι παραμερίζεται το πρότυπο των σημερινών συνθηκών που δεν είναι κατανοητές ούτε από τους ειδικούς. Όλα είναι πρωτότυπα. Οι διεργασίες που γίνονται στην ΕΕ την καθιστούν σήμερα το σπουδαιότερο πειραματικό εργαστήρι για τη νομική και πολιτική επιστήμη, για τη μετεξέλιξη του διεθνούς και του συνταγματικού δικαίου. Γι αυτό και το σημερινό συνέδριο αποτελεί μια πρόκληση για διδάσκοντες και φοιτητές.

 

Η συζήτηση για το περιεχόμενο του νέου συντάγματος,  την ποιότητα των ρυθμίσεων που προωθεί και το είδος των δεσμεύσεων που προαναγγέλλει θέτει στον καθένα από εμάς πολλά ερωτήματα.

 

Με οποιαδήποτε εκδοχή ένα είναι βέβαιο: οδηγούμεθα στη δημιουργία ενός σύνθετου πολιτικού μορφώματος με παράλληλες πολιτικές εξουσίες, εθνικές και κοινοτικές, με συνύπαρξη κρατικών και κοινοτικών οργάνων, με παράλληλη την ευρωπαϊκή και εθνική ιθαγένεια, με τη συμπόρευση δυο δικαίων, κοινοτικού και εθνικού, με επιταγχυνόμενη εξάπλωση του πρώτου σε βάρος του δεύτερου. Δεν είναι τυχαίο ότι γίνεται ήδη λόγος για ενιαίο νομικό χώρο. Και σε τελευταία ανάλυση με τη δημιουργία για τον πολίτη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εθνικής και κοινοτικής προέλευσης. Με λίγα λόγια η όλη θεσμική συγκρότηση της νέας Ευρώπης περιέχει το ιδιαίτερα δυσχερές εγχείρημα  των παράλληλων θεσμών που καλούνται να  εκφράσουν ταυτόχρονα  την εθνική κυριαρχία και  την ενωσιακή λειτουργία. 

 

4. Οι μέχρι σήμερα εργασίες της συντακτικής συνέλευσης δεν έχουν δώσει σαφή μηνύματα για το συγκεκριμένο πολιτικό μοντέλο που θα επικρατήσει. Οι προτάσεις για τη θεσμική συγκρότηση της ΕΕ αφέθηκαν για το τέλος με την ελπίδα ότι με την πρόοδο των εργασιών θα ωριμάσουν καλύτερα οι σκέψεις. Πρακτικά η υιοθέτηση οποιασδήποτε λύσης στα θεσμικά συνδέεται κάθε φορά με τη βαρύτητα που θέλουμε να δώσουμε στην λεγόμενη κοινοτική μέθοδο  ή τη διακυβερνητική μέθοδο. Το γεγονός ότι το κοινοτικό σύστημα είναι ένα υβρίδιο, το οποίο ούτε ξεκάθαρες αρμοδιότητες έχει, ούτε γνωρίζει τη διάκριση των εξουσιών, ούτε έχει διαμορφώσει αποκρυσταλλωμένη αντίληψη για το ποίο είναι το κοινό συμφέρον, οδηγεί αναπόφευκτα στη συνύπαρξη των δυο μεθόδων δράσης, την κοινοτική και τη διακυβερνητική.

 

Αυτή τη διάσταση τη βιώνουμε όλοι. Πολλές φορές λοιδορούμε την ΕΕ που δεν μπορεί να  πάρει πρωτοβουλίες σε διεθνή θέματα. Θα επιθυμούσαμε να είχε μια κοινή εξωτερική πολιτική. Από την άλλη όμως έντονοι είναι οι φόβοι της διακινδύνευσης των εθνικών συμφερόντων από μια υπερεθνική πολιτική, που θα καθορίζει το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον. Η κοινοτική λοιπόν μέθοδος ανταποκρίνεται για εκείνα τα θέματα  για τα οποία λίγο ως πολύ υπάρχει κοινή αντίληψη για το κοινό συμφέρον, όπως τα θέματα εσωτερικής αγοράς, προστασίας περιβάλλοντος κλπ. Το πρόβλημα λοιπόν δεν πρέπει να εστιάζεται στο αν η Ευρώπη είναι ταυτόχρονα ένωση κρατών και ένωση λαών. Σε αυτό λίγο ως πολύ υπάρχει συμφωνία. Το πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας είναι σε ποιο βαθμό να ενισχύσουμε την Ευρώπη των λαών και συνακόλουθα την κοινοτική μέθοδο σε βάρος της διακυβερνητικής, που με άλλα λόγια σημαίνει σε ποιο βαθμό θα κάνουμε ένα βήμα μπροστά για την πολιτική ισχυροποίηση της Ευρώπης και θα ξεπεράσουμε την Ευρώπη της αγοράς.

 

            5. Η μέθοδος δουλειάς που ακολουθήθηκε από τη συντακτική Συνέλευση είναι ο χωρισμός των μελών σε ομάδες εργασίας με επιμέρους θεματικές. Ανάμεσα σε αυτές θα μπορούσα να μνημονεύσω τα θέματα των κοινών αρμοδιοτήτων και κυρίως τη διάκριση μεταξύ συμπληρωματικών, αποκλειστικών και κοινών πολιτικών, με προεξάρχον θέμα το περίφημο θέμα της κοινής εξωτερικής πολιτικής με το οποίο συνδέεται και η πρόβλεψη ενός οιονεί  υπουργού εξωτερικών. Έτσι, θα καλύψουμε και την αγωνία του Κίσινγκερ που με δόση ειρωνείας αναφέρει: "όταν θέλουμε να συζητήσουμε με την Ευρώπη δεν ξέρουμε ποιο τηλέφωνο να πάρουμε". Οι διαφωνίες ως προς το αν θα υπερισχύσει στο θέμα αυτό η κοινοτική ή η διακυβερνητική μέθοδος είναι μεγάλες. Όμως, όπως αναφέρει και ο Επίτροπος Barnier "αν θέλουμε να είμαστε πραγματιστές θα πρέπει να εφαρμόσουμε στην ΚΕΠΠΑ την κοινοτική μέθοδο, που έχει δώσει θετικά αποτελέσματα στην εξωτερική εμπορική πολιτική της κοινότητας". Επίσης, συζητήθηκαν τα θέματα που αφορούν τις σχέσεις ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και εθνικού κοινοβουλίου, τη νομική προσωπικότητα της ΕΕ και την εκπροσώπησης της στους διεθνείς οργανισμούς, την επαναδιατύπωση της αρχής της επικουρικότητας, τη δεσμευτικότητα του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων και  την ενσωμάτωση της κοινωνικής ρήτρας στο υπό εκκόλαψη συνταγματικό κείμενο.

 

Ακόμη γίνεται λόγος για την αντικατάσταση των μέχρι σήμερα νομικών μέσων της κοινότητας που είναι οι κανονισμοί, οι οδηγίες, οι αποφάσεις, οι γνώμες, οι προσανατολισμοί με πιο παραδοσιακούς όρους όπως είναι οι νόμοι, οι νόμοι πλαίσια κοκ

 

Οι ομάδες εργασίας υπέβαλαν τις προτάσεις τους και ήδη αρχίζει η επεξεργασία του τελικού κειμένου το οποίο θα υποβληθεί για πρώτη συζήτηση στην εαρινή σύνοδο κορυφής στη Θεσσαλονίκη. Εκείνο που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι όλη η διαδικασία, όπως έγινε και με την κατάρτιση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, είναι ένα μίγμα κοινοτικής και διακυβερνητικής μεθόδου με αρκετή πρωτοτυπία και πάλι. Η Συνέλευση προτείνει, η σύνοδος κορυφής αποφασίζει. Σιωπηρώς όμως έχει σχεδιαστεί αυτά που θα προτείνει η Συνέλευση να γίνουν κατά το δυνατόν δεκτά από τη σύνοδο κορυφής.

 

Κυρίες και κύριοι,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  στην ανακοίνωσή της τον Μάιο του έτους αυτού με θέμα: «Ένα όραμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση» αναφέρει ότι η Ένωση αποτελεί έναν ακαταμάχητο πόλο έλξης, όπως φαίνεται από τη διαδικασία διεύρυνσης  που επιζητούν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες. Εδραίωσε την ειρήνη,  εξάγει  τη σταθερότητα και υπόσχεται βιώσιμη ανάπτυξη. Μένει να επαληθευτεί  αν αυτή τη μεγάλη ιστορική στιγμή που η αρχική ένωση των 6 χωρών  αποκτά ηπειρωτική διάσταση  θα δικαιώσει τους αγώνες των παρελθουσών γενεών και θα επαληθεύσει  τις προσδοκίες της νέας γενιάς για την Ευρώπη της αλληλεγγύης και του κοινού πεπρωμένου της ίδιας της Ευρώπης.

           

Και για να θυμηθούμε τον Ντε Γκωλ, όταν λέμε Ευρώπη εννοούμε "ευρωπαϊκή Ευρώπη, δηλαδή όχι αμερικανική". Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να παίξει τον ηγεμονικό της ρόλο στην παγκόσμια σκηνή ως εταίρος και όχι ως δορυφόρος των ΗΠΑ. Αλλά αυτό το τόσο απλό δεν είναι αυτονόητο, ιδίως μετά την επιχειρούμενη εκ νέου διαίρεση της Ευρώπης σε γηραιά και νέα.

 

Η Ευρώπη πρέπει πρώτα από όλα να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό της και κάτι τέτοιο το αξίζει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η μεγαλύτερη εμπορική δύναμη στον κόσμο, κρατάει ζωντανό το όραμα της ειρήνης και παραμένει αδιαμφισβήτητη κληρονόμος της παράδοσης του κοινωνικού κράτους. Καμία άλλη περιοχή του κόσμου δεν μπορεί να συγκεντρώσει ταυτόχρονα τα χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς, της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους. Αξίζει, λοιπόν, να αγωνιστούμε για να περάσουμε από την Ευρώπη της αγοράς στην πολιτική Ευρώπη.