Εισήγηση του καθηγητή Ιωάννη Δ. Κουκιάδη, αντιπροέδρου της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Εσωτερικής Αγοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο συνέδριο στο πλαίσιο της Ελληνικής Προεδρίας, με τίτλο:

"Καλύτερη εργασία και ζωή. Προς μια συνεκτική και ανταγωνιστική διευρυμένη Ευρώπη".


Αλεξανδρούπολη, 12 Μαΐου 2003


Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τους βασικούς προβληματισμούς για το θέμα αυτό μέσα και από τη σκοπιά του ευρωβουλευτή και γενικότερα του ΕΚ σε δύο μέρη, στο πρώτο θα αναφερθώ στους στόχους της ΕΕ για την ποιότητα στο σύνολο της κοινωνικής πολιτικής και στο δεύτερο στις εφαρμογές στην πράξη και τα προβλήματα που συναντάει.

1. Η ποιοτική διάσταση στην κοινωνική πολιτική της ΕΕ.

1.1 Οι νέοι προσανατολισμοί για μια συνολική διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων ξεκινούν σχηματικά από την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση που εγκαινιάστηκε στο Λουξεμβούργο, που εκφράζεται με τις ετήσιες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση. Στη συνέχεια η βασική προβληματική της ενσωματώθηκε μαζί με άλλους κοινωνικούς στόχους στο πενταετές πρόγραμμα 2000-2005 με στόχο τη διαμόρφωση μιας νέας Ευρώπης. Μέρος αυτού του προγράμματος αποτέλεσε η θέσπιση της κοινωνικής ατζέντας για κοινωνική πολιτική που με τη σειρά της οι βασικοί στρατηγικοί στόχοι της ενσωματώθηκαν στην περίφημη σύνοδο της Λισσαβόνας, όπου ανελήφθησαν δεσμεύσεις ως το 2010, και συνδέθηκαν με τα στοιχεία της βιώσιμης ανάπτυξης στη Σύνοδο του Γκέτεμποργκ .

Η κοινωνική ατζέντα συνιστά σύμφωνα και με την έκθεση της ίδιας της επιτροπής το φύλλο πορείας για τον εκσυγχρονισμό και βελτίωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Αυτό το μοντέλο θεωρούμε όλοι το μεγάλο κεκτημένο του ευρωπαϊκού παραγωγικού συστήματος που συνιστά και το βασικό διακριτικό σημείο απέναντι στο αμερικανικό παραγωγικό σύστημα. Το παράδοξο όμως είναι ενώ όλοι το αναγνωρίζουμε δεν έχουμε μια επίσημη οριοθέτησή του για να ξέρουμε γιατί ακριβώς αγωνιζόμαστε. Άλλο το θέμα οι διάφορες ακαδημαϊκές τοποθετήσεις όσο αφορά την περιγραφή του.

Βέβαια, για να είμαι σαφέστερος, πολιτική της ΕΕ δεν είναι η υπεράσπιση του μοντέλου αυτού, ατόφια στο ρυθμιστικό του περιεχόμενο, και για αυτό δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι επιζητείται η μεταρρύθμισή του και η προσαρμογή του στη νέα οικονομία. Προφανώς, θέλει να πει με αυτό, ότι διαφυλάσσουμε τις βασικές του αξίες όπως είναι οι αξίες της αλληλεγγύης, της συλλογικής ευθύνης, της εξασφάλισης ουσιαστικής ισότητας, αλλά επιδιώκουμε νέες ρυθμίσεις που το προσαρμόζουν στα δεδομένα της νέας οικονομίας. Πρακτικά αυτό σημαίνει να γίνει το ίδιο ανταγωνιστικό. Μια βασική διάσταση της ανταγωνιστικότητας του είναι και η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει και ότι δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς τη διάχυση της ποιότητας σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας.

Η περίφημη λοιπόν στρατηγική της Λισσαβόνας, που όπως γνωρίζουμε είναι να καταστεί η Ευρώπη η πλέον ανταγωνιστική και δυνατή οικονομία και να έχει ως βάση τη γνώση, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να παντρεύει τις νέες απαιτήσεις της αγοράς με προσδοκία στη μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή. Βασική παράμετρος παραμένει η ποιότητα της κοινωνικής προστασίας. Αυτό συνοψίζεται στη φράση να προσφέρει βιώσιμη ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας. Όμως εδώ έχουμε να παρατηρήσουμε ότι παρά το γεγονός που παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία για το περιεχόμενο της βιώσιμης ανάπτυξης, δεν έχει ακόμη προχωρήσει η επιτροπή σε μια επίσημη συλλογική παρουσίαση των στοιχείων που συνθέτουν την ποιότητα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, που να παράγει δεσμεύσεις. Μερική κάλυψη του κενού αυτού επιδιώχθηκε με τον προσδιορισμό των κοινωνικών δεικτών.

Στο τελικό κείμενο της κοινωνικής ατζέντας που υιοθετήθηκε στη σύνοδο της Νίκαιας με ορόσημο το 2006 συμφωνήθηκε ουσιαστικά η επανεξέταση στη βάση αυτή της στρατηγικής απασχόλησης, της πολιτικής προστασίας και της γενικότερης κοινωνικής πολιτικής. Θεωρείται λοιπόν ότι έχει σχεδιαστεί μια ολοκληρωμένη απάντηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη απαντώντας συγχρόνως στα ερωτήματα για ποιόν σκοπό, με ποιόν τρόπο και από ποιόν.

1.2 Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της πολιτικής η κοινωνική πολιτική δεν αντιμετωπίζεται ως κόστος, αλλά μετατρέπεται σε παραγωγικό παράγοντα. Έτσι, σχεδιάζονται τα μέτρα που δίνουν προτεραιότητα στην εκπαίδευση, όχι αφηρημένα αλλά ως μέσο επιδίωξης της κοινωνικής επίδοσης, η πολιτική για τον κοινωνικό αποκλεισμό, όχι απλώς ως μέσο ελαχιστοποίησης των αρνητικών συνεπειών που επιφέρουν οι διαρθρωτικές αλλαγές, αλλά ως μέσο κοινωνικής ένταξης και η πολιτική κατά των διακρίσεων με αντίστοιχες υποχρεώσεις στους διαχειριστές του κεφαλαίου. Όλα λοιπόν επανεξετάζονται υπό νέο πρίσμα. Το ίδιο ισχύει και για την ποιότητα της επαγγελματικής ζωής των ατόμων με ειδικές ανάγκες στα οποία είναι αφιερωμένο το φετινό έτος. Η οδηγία που ετοιμάζεται με βάση τις μέχρι σήμερα ανακοινώσεις της επιτροπής δεν περιορίζεται σε μια προστασία των προσώπων αυτών, αλλά στην παροχή διευκολύνσεων και υποβοηθητικών μηχανισμών που θα αναβαθμίσουν την προσφορά των υπηρεσιών των ατόμων αυτών με βάση την εμπειρία και από τις ΗΠΑ ότι τα άτομα αυτά μπορούν τελικώς να καταστούν εξόχως παραγωγικά.

Αναγκαία παράμετρος σε αυτή τη στρατηγική είναι η με κάθε τρόπο αλληλεξάρτηση των επιμέρους πολιτικών που οδηγεί σε ένα συνδυασμό των πολιτικών, την policy mix. Αυτό είναι εύκολο να λέγεται, αλλά απαιτεί μια τελείως διαφορετική αντίληψη στη διαχείριση της πολιτικής που μέχρι σήμερα ασκείται στα στεγανά του κάθε υπουργείου. Απαιτεί με άλλα λόγια να περάσουμε σε διυπουργικούς συνδυασμούς, για σύνθετες δράσεις. Ένα πρώτο βήμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η από κοινού συζήτηση των γενικών οικονομικών προσανατολισμών και των κατευθυντηρίων οδηγιών. Ωστόσο όμως παραμένει το ερώτημα όταν λαμβάνονται μέτρα για τον ανταγωνισμό της αγοράς πώς λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική διάσταση; Αλλά δεν αρκεί μόνο η αλλαγή αντίληψης στην κορυφή, απαιτείται και μια διαφορετική προσέγγιση στον προσδιορισμό των προβλημάτων από τους κοινωνικούς εταίρους που αγκυλωμένοι στην παράδοση των περίφημων 30 ένδοξων ετών μετά τον πόλεμο δεν μπορούν ακόμα να βρουν μια νέα κοινή γλώσσα.

1.3 Όπως είπαμε παραπάνω μια βασική παράμετρος στη νέα αυτή κοινωνική πολιτική είναι η θεώρηση της ποιότητας ως γενικής αξίας στην αναπτυσσόμενη οικονομία. Βέβαια, την έννοια της ποιότητας δεν την εμπνεύστηκε η Σύνοδος της Νίκαιας. Το στόχο της ποιότητας υιοθέτησε και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας. Τίποτα δεν ξεκινάει από μηδενική βάση.

Πολλές δεκαετίες μπροστά η διεθνής οργάνωση εργασίας προσπάθησε να διαμορφώσει μια καθολική πολιτική με στόχο, την βελτίωση ποιότητας ζωής της εργασίας ή όπως αλλιώς λέγεται τον εξανθρωπισμό των όρων εργασίας. Είχαν προωθηθεί αντίστοιχα προγράμματα που προσδιόριζαν για κάθε ένα σημείο της εργασιακής ζωής την αντίστοιχη ποιότητα. Έτσι, βασική επιδίωξη ήταν να περάσουμε από το αποσπασματικό και καθαρά προστατευτικό στάδιο της κοινωνικής πολιτικής σε μια αναβάθμιση των κοινωνικών, ψυχολογικών και αισθητικών και βέβαια οικονομικών διαστάσεων της εργασιακής ζωής. Με άλλα λόγια επιδιωκόταν η εγκατάλειψη της αντίληψης ότι η εργασία αποτελεί ποινή ή κατάρα ή απλώς μέσο βιοπορισμού και το πέρασμα της αντίληψης ότι η εργασία συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της ανάπτυξης της προσωπικότητας του εργαζομένου. Προωθούνταν και τότε διάφορες ποιοτικές διεκδικήσεις. Το νέο στοιχείο από την υιοθέτησή της από την ΕΕ έγκειται στο ότι αυτή την ποιοτική διάσταση επιδιώκει να την ενσωματώσει στις σύγχρονες απαιτήσεις ανταγωνισμού και να μας οδηγήσει να ξαναδούμε το όλο θέμα των ποιοτικών διεκδικήσεων υπό το πρίσμα του νέου στοιχείου, που είναι η ευελιξία των επιχειρήσεων.

Πρακτικά πρόκειται για την επέκταση της έννοιας της ανταγωνιστικότητας από τον επιχειρηματικό κόσμο στο σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, που θα επιτρέψει σύμφωνα με την ατζέντα και τον καλύτερο συνδυασμό οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Έτσι η ποιότητα εντάσσεται στην πλήρη απασχόληση για τη δημιουργία όχι απλώς νέων θέσεων αλλά καλύτερων θέσεων εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως υψηλά επίπεδα υγείας, οργάνωση εργασίας που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της επιχείρησης και του ατόμου, και με αντίστοιχη παρακολούθηση μέσω των δεικτών, καθώς και νέου τύπου προστασία.

Καινοτόμο στοιχείο είναι και ο προσδιορισμός συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων για τη βελτίωση των κοινωνικών μεγεθών, όπως το μέγεθος απασχόλησης, του αποκλεισμού, της φτώχειας, αλλά και η υποβολή ποιοτικών δεικτών για την αξιολόγηση της βελτίωσης της ποιότητας των όρων απασχόλησης, ή όπως λέγεται των καλύτερων θέσεων εργασίας.

Η πολιτική για την ποιότητα περιλαμβάνει και την πολιτική ενός υψηλού επιπέδου υπηρεσιών, καθώς και την ποιότητα στις συλλογικές εργασιακές σχέσεις. Η ποιότητα σε αυτές καθορίζεται από το βαθμό συναίνεσης σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις φάσεις, τόσο κατά τη διάγνωση των προβλημάτων και την αναδιοργάνωση των επιχειρήσεων όσο και κατά την εξεύρεση τρόπων εκσυγχρονισμού.

Αυτή η προσέγγιση έχει ιδιάζουσα πολιτική σημασία, η οποία για την ώρα δεν έχει αρκούντως αφομοιωθεί από τα κράτη και τους κοινωνικούς εταίρους. Το νέο στοιχείο είναι ότι μετατρέπει την ανταγωνιστικότητα από αποκλειστική αξία της αγοράς και σε βασική αξία στον κοινωνικό τομέα. Έτσι δίνει στην αρχή της ανταγωνιστικότητας και την κοινωνική της διάσταση.

Και επειδή γίνεται λόγος για σύγκριση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου με το αμερικάνικο, κατά το μέρος που η σύγκριση αφορά τις κοινωνικές δαπάνες αυτή δεν αφορά το επίπεδο δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά στις μεθόδους χρηματοδότησης. Στην Ευρώπη χρηματοδοτούνται μέσω της φορολογίας, στην Αμερική με τα εισοδήματα μετά την καταβολή των φόρων. Άμεση συνέπεια αυτής της διαφοράς είναι ότι στις ΗΠΑ έχουμε πρόβλημα ανισοτήτων, ενώ στην Ευρώπη ανακύπτει πρόβλημα διαχείρισης του δημοσίου χρήματος. Το συμπέρασμα για την ατζέντα είναι ότι δεν πρέπει να ανατραπεί το κοινωνικό μοντέλο, αλλά όπως είπαμε παραπάνω να εκσυγχρονιστεί. Αυτό που προσάπτεται στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο είναι ότι συνιστά έναν πίθο των Δαναΐδων με κακή διαχείριση του χρήματος και με κακής ποιότητας υπηρεσίες, που δεν τις κάνουν ανταγωνιστικές με τις αντίστοιχες υπηρεσίες που προσφέρει ο ιδιωτικός τομέας. Το καινούριο λοιπόν στοιχείο είναι ότι μέσω του εκσυγχρονισμού και με ορόσημο την αναζήτηση της ποιότητας επιδιώκεται η αντιμετώπιση αυτών των ελλειμμάτων.

1.4 Βασικό ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι το ερώτημα για το πώς μπορεί να προωθήσουμε την προστασία και την ασφάλεια στον κοινωνικό τομέα, που συνιστούν πρωταρχικά στοιχεία της ποιότητας των εργασιακών σχέσεων, όταν κυρίαρχο στοιχείο της νέας οικονομίας είναι η ευελιξία των επιχειρήσεων που μεταφράζεται σε ευελιξία των εργασιακών σχέσεων και γενικότερα των σχέσεων εργασίας και κεφαλαίου. Η κοινωνική πολιτική της ΕΕ φιλοδοξεί να βρει τρόπους ισορροπίας ανάμεσα σε αυτά.

Η δυσφήμιση της ευελιξίας οφείλεται στο ότι ταυτίστηκε η ευελιξία των επιχειρήσεων με την κοινωνική ανασφάλεια όπως το ευαγγελίζονται οι νεοφιλελεύθεροι. Η νέα προσέγγιση είναι ότι αυτά τα δυο δεν ταυτίζονται οπωσδήποτε. Για να προωθηθούν αυτοί οι στόχοι ζητείται από τους κοινωνικούς εταίρους να ξαναδούν τον καταμερισμό ευθυνών ανάμεσα στους επιχειρηματίες και τους εργαζομένους, να δημιουργηθούν οι βάσεις για μια κοινή ευθύνη για την απασχόληση, την προσαρμοστικότητα και την κινητικότητα. Ατομική ευθύνη εργαζομένων, κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων και συλλογική ευθύνη της οργανωμένης κοινωνίας πρέπει να επαναπροσδιοριστούν, προκειμένου ευελιξία και ασφάλεια με τελικό στόχο την ποιότητα να τύχουν γενικότερης κοινωνικής αποδοχής.

Κλασικό πρόσφατο παράδειγμα σε αυτή την περίπτωση είναι και η επιδίωξη της αποδοχής από την κοινωνία της προσωρινής εργασίας μέσω των γραφείων ενοικίασης εργαζομένων. Αυτό σημαίνει με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα, ότι η σχετική ευελιξία είναι αποδεκτή. Κατά το μέτρο όμως που εργοδότες αρνούνται τη ρύθμιση του καθεστώτος αυτού των εργαζομένων, προκειμένου να ισχύσουν οι νόμοι της αγοράς, και όταν κυρίως αρνούνται να εξασφαλιστούν όροι και μισθοί ίσοι με την επιχείρηση στην οποία εργάζονται οι προσωρινώς απασχολούμενοι, δίδουν στον όρο της ευελιξίας τη διάσταση της απορύθμισης. Αυτό όμως είναι αντίθετο στην πολιτική της ποιότητας. Η μόνη σωστή απάντηση στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής της ατζέντας είναι ότι η επιδιωκόμενη ευελιξία μέσω των γραφείων ενοικίασης δεν μπορεί να οδηγήσει στην χειροτέρευση των όρων εργασίας και των κατωτάτων μισθών που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις. Πρέπει λοιπόν και για αυτούς να διασφαλιστεί η ποιότητα εργασίας.

1.5 Για να κλείσω το κεφάλαιο με τους επιδιωκόμενους στόχους της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής θα μου επιτρέψετε να προσθέσω δυο λόγια στους ευρύτερους τομείς της κοινωνικής πολιτικής.

Η πολιτική ως προς το θέμα αυτό έχει ως περιεχόμενο την προώθηση της κοινωνικής ένταξης, το μεγάλο θέμα της ισότητας των φύλων με νέου τύπου πρωτοβουλίες, την ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων με ιδιαίτερη βαρύτητα στο θέμα των κοινωνικών διακρίσεων, όπου προωθούνται νέες απαγορευμένες διακρίσεις ανάμεσα στις οποίες η ηλικία και ο γενετήσιος προσανατολισμός. Υπάρχει λοιπόν πληθώρα νέων στοιχείων που πρέπει να λάβουμε υπόψη στις ρυθμίσεις που θα διαμορφώσουν τη νέα κοινωνία και που θα καταστήσουν την ίδια βιώσιμη. Λαμβάνεται ακόμη μέριμνα για να παράγεται ένα ασφαλές εισόδημα, και να εξασφαλιστούν βιώσιμες συντάξεις, με τις μεταρρυθμίσεις των εθνικών νομοθεσιών.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι το μεγάλο πακέτο μέτρων, με το πλούσιο νομοθετικό έργο και τα αντίστοιχα προγράμματα, για τους όρους υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία. Οι δράσεις αυτές αποτελούν τον κορμό του κοινωνικού κοινοτικού κεκτημένου που επιβάλει και στις νέες χώρες που εντάσσονται μεγάλο βάρος υποχρεώσεων, που απαιτούν όμως χρηματοδοτήσεις. Η αναβάθμιση της ποιότητας των εργασιακών σχέσεων στις υπό ένταξη χώρες, όσο δαπανηρή και αν είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει να εκληφθεί ως προστιθέμενη αξία και όχι ως παραγωγικό κόστος.


2. Εφαρμογές στην πράξη και οι δυσχέρειες υλοποίησης.

2.1 Από τον τελευταίο απολογισμό που κατέθεσε η επιτροπή διαπιστώνεται μια σχετική μετουσίωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί σε συγκεκριμένες πράξεις. Η Επιτροπή πέτυχε είτε με άμεσο τρόπο με τις κανονιστικού περιεχομένου πράξεις, είτε με έμμεσο, με τις συστάσεις, με τις κατευθυντήριες γραμμές, να προωθήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Πέτυχε ακόμη να αναβαθμίσει το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων.

Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν μπόρεσε να ξεκαθαρίσει το τοπίο για τα όρια της επιδιωκόμενης ευελιξίας, έτσι ώστε δεν μείωσε την αίσθηση ανασφάλειας που παράγει η ευελιξία. Είναι αλήθεια ότι για ορισμένα θέματα όπως για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, την μερική απασχόληση, πιο πρόσφατα την τηλεργασία έχει επιτευχθεί μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στην ευελιξία και την ασφάλεια. Και αυτό χάρη στη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων. Όμως, σε άλλα θέματα παρατηρούνται σθεναρές αντιδράσεις όπως είπαμε και πιο πάνω.

Εκείνο που δεν έχει επιτύχει η Επιτροπή, και το επισημαίνει και το Κοινοβούλιο, είναι η αποφυγή του εν πολλοίς αποσπασματικού χαρακτήρα στις προσεγγίσεις και η αποφυγή να καταγράψει το σύνολο των πολλαπλών νέων μορφών εργασιακών σχέσεων, που οδηγούν σε έναν πρωτόγνωρο κατακερματισμό της αγοράς εργασίας και αντιστοίχως να προωθήσει ένα μοντέλο εργασίας σύστοιχο με τις ιδιαιτερότητες των σχέσεων αυτών.

Για να πετύχουμε να αναβαθμίσουμε τις νέου τύπου εργασιακές σχέσεις έτσι ώστε να εξασφαλίζουν και αυτές την αναγκαία ποιότητα, πρέπει να ξεκινήσουμε από το ποια συγκεκριμένη ανασφάλεια παράγουν ή για να το πούμε διαφορετικά σε ποιο σημείο απορρίπτουν τον παραδοσιακό τύπο απασχόλησης. Πράγματι, μπορούμε να παρομοιάσουμε το φαινόμενο της δημιουργίας νέου τύπου εργασιακών σχέσεων με το σταδιακό μάδημα της μαργαρίτας. Αφαιρούμε δηλαδή κάθε φορά ένα στοιχείο προστασίας από την παραδοσιακή εργασιακή σχέση και δημιουργούμε μια ευέλικτη μορφή. Πιο συγκεκριμένα, πέρα από τους προσωρινά εργαζομένους που αναφέραμε πιο πάνω, έχουμε την νέα τάξη εργαζομένων ως ανεξαρτήτων που αντιπαρατίθεται στους παραδοσιακούς μισθωτούς, τους απασχολουμένους a la carte, που αντιπαρατίθενται στο παραδοσιακό προδιαγεγραμμένο σύστημα χρόνου εργασίας, στους εργαζομένους από υπεργολάβους που αντιπαρατίθεται στη παραδοσιακή απευθείας πρόσληψη από τη επιχείρηση, στους αμειβόμενους με βάση την απόδοση που αντιπαρατίθεται στους εργαζόμενους με βασικό μισθό, στους ελευθέρους απολυόμενους που αντιπαρατίθεται σε όσους τυγχάνουν προστασία από την απόλυση.

Το τοπίο είναι θολό. Δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη, με βάση ένα πολυετές κοινωνικό συμβόλαιο που θα εκτείνεται σε βάθος χρόνου, όπως ακριβώς έγινε στα πρώτα χρόνια μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ποια είναι τα έσχατα όρια ευελιξίας που μπορεί να αποδεχθεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Βέβαια, εδώ υπάρχουν τα προβλήματα που θέτει η πολλαπλότητα των πολιτικών κατευθύνσεων από τις επιμέρους κυβερνήσεις στο Συμβούλιο Υπουργών. Όμως, και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο στοιχείο που πρέπει να μας απασχολήσει, η μεγαλύτερη ανασφάλεια δεν προκύπτει τόσο από τις επιμέρους μορφές ευέλικτης εργασίας αλλά από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας ορίζοντας που να αναδεικνύει τα τελικά όρια της ευελιξίας, με συνέπεια κατά τακτά διαστήματα να εκτοξεύονται μονομερείς προτάσεις.

2.2 Από τη στιγμή που φαίνεται να γίνεται αποδεκτό ότι η ανασφάλεια και η ελαστικότητα δεν ταυτίζονται, και ότι αναπόσπαστο στοιχείο της ποιότητας είναι η κοινωνική ασφάλεια, πρέπει να προσδιορίσουμε συνολικά τις αρχές ανάμεσα σε προστασία και ελαστικότητα. Μόνο έτσι θα διαμορφώσουμε ένα βιώσιμο νέο κοινωνικό μοντέλο. Οι αρχές αυτές θα συνδυάζουν τα εύλογα συμφέροντα της νέας ανταγωνιστικότητας, στην οποία είναι καταδικασμένες οι επιχειρήσεις, και τα συμφέροντα της νέας τάξης εργαζομένων. Πρέπει να τολμήσουμε να υιοθετήσουμε νέα δικαιώματα απέναντι στην ελευθερία επιλογής του εργοδότη, με τους αναγκαίους όρους και ενδεχόμενες δεσμεύσεις, που θα διευκολύνουν την αντίστοιχη ελευθερία επιλογής των εργαζόμενων. Εφόσον, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, η απασχολησιμότητα έχει καταστεί κεντρικό σημείο του νέου συστήματος ευέλικτων εργασιακών σχέσεων, εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κανείς, ποια είναι τα δικαιώματα του απασχολήσιμου απέναντι στην ελευθερία επιλογής του εργοδότη.

Μόνο έτσι θα πειστεί το συνδικαλιστικό κίνημα να εγκαταλείψει τη στείρα πολιτική της με κάθε τρόπο υπεράσπισης του παραδοσιακού μοντέλου και να αναζητηθεί η νέα σχέση κόστους και ωφέλειας για κάθε πλευρά. Για να αναφέρω και πάλι ένα παράδειγμα, ζητείται επιμόνως τελευταία η ελαστικοποίηση στο καθεστώς απολύσεων, που αποτελεί ένα κεκτημένο των προηγούμενων δεκαετιών. Και με την εκδοχή ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο για την σύγχρονη ευελιξία των επιχειρήσεων, δεν είναι συμβατό με την πολιτική για την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων όσο δεν συμπορεύεται παράλληλα με συγκεκριμένα δικαιώματα επανένταξης του απολυομένου στην αγορά. Μιλάω για δικαιώματα, που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και αντίστοιχες υποχρεώσεις των εργαζομένων, και όχι για αόριστες υποσχέσεις. Χρειάζεται ακόμη να προωθηθεί μια εξειδικευμένη μεταρρύθμιση ανάλογα με την μορφή και τη ρίζα μιας εκάστης μορφής εναλλακτικής απασχόλησης, για να περιορίσουμε έτσι το ασαφές ακόμα του περιεχομένου της προτεινόμενης ασφάλειας .

2.3 Οι φιλοδοξίες της νέας κοινωνικής πολιτικής προσκρούουν και στις πιέσεις που ασκούνται από τα ανοιχτά σύνορα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Όμως και εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η άκρως διεθνοποιημένη ανταγωνιστικότητα, που κατέστησε την ανταγωνιστικότητα πρωτεύουσα οικονομική αξία, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με μονολιθικό τρόπο. Στην πραγματικότητα η ανταγωνιστικότητα υποδιαιρείται σε ανταγωνιστικότητα υψηλής ποιότητας και ανταγωνιστικότητα χαμηλού κόστους εργασίας, με διαφορετική επίπτωση στο βαθμό ανασφάλειας.

Η ανταγωνιστικότητα όμως υψηλής ποιότητας για το προϊόν δεν μπορεί να επιτευχθεί σε βάθος χρόνου αποκομμένη από την αναβαθμισμένη ποιότητα εργασιακών σχέσεων και κοινωνικής ζωής.

Έχουμε λοιπόν μια ευελιξία άμεσα συνδεδεμένη με την ανάγκη ανταγωνιστικότητας στην ποιότητα και μια ευελιξία άμεσα συνδεδεμένη με την αποεδαφοποίηση του κεφαλαίου. Αυτή επιτυγχάνεται κατά το μέτρο που η μετακίνηση των επιχειρήσεων της Δύσης σε περιοχές χαμηλού κόστους είναι ιδιαίτερα ευχερής και επιτρέπει άμεσα την αξιοποίηση της εργασίας χωρών με άλλα πρότυπα εργασίας. Πρόκειται λοιπόν για ευελιξία που συνδέεται με την κινητικότητα κεφαλαίου και με έναν διαφαινόμενο νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Σε αυτή την ευελιξία χαμηλού κόστους εργασίας οδηγεί και η προσφορά εργασίας από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, που πλήττει συνήθως τους εργαζομένους χαμηλών δεξιοτήτων και καθιστά έτσι προβληματική τη διασφάλιση της ποιότητας των εργασιακών τους σχέσεων. Ένα λοιπόν βασικό έλλειμμα στην όλη πολιτική για την ποιότητα είναι ότι δεν προβλέπονται συγκεκριμένα μέτρα για το περιεχόμενο της εργασίας αυτής της κατηγορίας εργαζομένων.

Η επιβίωση λοιπόν του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου συνδέεται με την καθολική αναβάθμιση της ποιότητας γιατί αν εστιάσουμε την προσοχή μας στην ανταγωνιστικότητα χαμηλού κόστους με τη μείωση των αμοιβών, είμαστε χαμένοι από χέρι.

Για να έχουμε όμως θετικά αποτελέσματα στην πολιτική για την επένδυση στην ποιότητα στο επίπεδο των 15 χωρών και σε λίγο των 25, δεν αρκεί μόνο η λήψη μέτρων. Πρέπει ακόμη να υπάρχει και μια συστηματική και αναλυτική περιγραφή των μέτρων που έχουν εφαρμοστεί, ένα θέμα για το οποίο, σύμφωνα με τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή δεν έχει δώσει και τα καλύτερα παραδείγματα. Η έλλειψη λεπτομερούς περιγραφής των μέτρων που έχουν ληφθεί από τα διάφορα κράτη δεν επιτρέπει στους κοινωνικούς εταίρους να έχουν την αναγκαία πληροφόρηση και να κάνουν έτσι τις αναγκαίες προσαρμογές.

Προσάπτεται ακόμα στην επιτροπή ότι με πολύ επιφανειακό τρόπο απαντά στο ζήτημα του τρόπου χρησιμοποίησης των διάφορων μηχανισμών δράσης. Ακόμη, δεν έχει ακόμη δείξει σαφή δείγματα γραφής για τη μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην υλοποίηση της κοινωνικής ατζέντας. Όμως, από τη στιγμή που κομβικό σημείο των μέτρων για την αποτελεσματικότητα της ΕΕ είναι "το πώς θα μαθαίνει καλύτερα ο ένας από τον άλλο" με βάση τις βέλτιστες πρακτικές, απαιτείται στο σημείο αυτό μια αναθεώρηση της μέχρι σήμερα τακτικής της επιτροπής.

Η προώθηση του στοιχείου της ποιότητας υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της νέας οικονομίας στο σύνολο των εργασιακών σχέσεων, η αποδοχή της ως γενικής αξίας στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, θα μας επιτρέψει όχι μόνο μια πραγματικά βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά θα καταστήσει τη ίδια τη δημοκρατία μας βιώσιμη.